O αέρας του μαστίγωνε το πρόσωπο. Πίσω του ερχόταν ο φίλος…
του Αουγκούστο και ο Κωνσταντίνος Νιάρχος, αργά-δεν γινόταν και αλλιώς- αλλά σταθερά, ανέβαινε την νότια πλευρά του βουνού. Στα 6.200 μέτρα υψόμετρο είσαι αναγκασμένος όσο γυμνασμένος και να είσαι να λαχανιάσεις. Ο αέρας εκεί περιέχει το μισό οξυγόνο, από αυτό που υπάρχει στην επιφάνεια της θάλασσας και ο ορειβάτης πρέπει να παίρνει βαθύτερες και μεγαλύτερες ανάσες.  Δεν ήταν μόνο αυτά. Ο Νιάρχος ένοιωθε ότι και όλοι οι αναβάτες σε τέτοια ύψη. Είχε ζαλάδες, κούραση, ανορεξία και δυσκολία στο να κοιμηθεί, όλα συμπτώματα που σου υπενθυμίζουν ότι αυτή η αιώνια βουνοκορφή, δεν είναι μέρος για τον άνθρωπο.   Μόνο που ο μικρότερος γιος του Έλληνα μεγιστάνα, είχε διαφορετική άποψη. Ήθελε πάση θυσία να πατήσει την κορυφή και να ατενίσει τον κόσμο από το ύψος των 8.848 μέτρων. Στις 13 Μαϊου του 1999, μετά από ημέρες ανάβασης και στάσεων Ο Νιάρχος κάθισε ευτυχισμένος στην κορυφή και ξεδίπλωσε αυτό που κουβαλούσε μαζί του. Μια μικρή ελληνική σημαία, την οποία ξεδίπλωσε και κράτησε στα; χέρια του όταν έβγαλε την αναμνηστική φωτογραφία.     Η παρουσία του κρατήθηκε μυστική, μετά από δική του παράκληση στις αρχές του Νεπάλ. Δεν ήθελε επ’ ουδενί να δημιουργηθεί ο παραμικρός θόρυβος γύρω από το ηχηρό του επίθετο και να αρχίσουν οι συζητήσεις από τους άλλους αναβάτες, πως αυτός ένας πάμπλουτος γόνος αποφάσισε να κατακτήσει το Έβερεστ.  

Είχε λάβει μέρος συμμετέχοντας στην αποστολή της ΟΤΤ Expeditions, μιας από από τις καλύτερες εταιρίες που ειδικεύονται σε αυτό τον τομέα, από την οποία ζήτησε απόλυτη εχεμύθεια γύρω από το όνομά του, όπως έκανε και με το υπουργείο Εξωτερικών του Νεπάλ. Με τον στενό του φίλο Αουγκούστο είχε πραγματοποιήσει ένα χρόνο πριν δυο αναβάσεις, η πρώτη  στην κορυφή του Cho Oyu του Έβερεστ στα 8.201 μέτρα και η δεύτερη στην κορυφή του όρους Delini της Αλάσκας, στα 6.190 μέτρα. Αυτή όμως ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόσκληση της ζωής του και εκτός από την οικογένειά του και δυο φίλους που εμπιστευόταν απόλυτα, δεν ήθελε να γίνει τίποτε γνωστό, πριν πετύχει τον σκοπό του.   Όταν πέρασε τον παγετώνα Khumbu, ένα αιώνιο κομμάτι πάγου και το πιο δύσκολο μέρος της νότιας διαδρομής για την κορυφή του Έβερεστ, ήξερε πια ότι θα τα καταφέρει.  

Όταν πάτησε την κορυφή του, ήθελε όπως και όλοι οι ορειβάτες που το επιτυγχάνουν να μείνει εκεί για πολλή ώρα, μόνο που ήξερε ότι αυτό δεν μπορούσε να συμβεί.   Οι πολικές θερμοκρασίες, το αφιλόξενο του τοπίου, ο αέρας, η έλλειψη οξυγόνου και τα χρονικά περιθώρια επιστροφής δεν επιτρέπουν παρά μια ολιγόλεπτη παραμονή.   Επέστρεψε κατεβαίνοντας από βάση σε βάση, τρώγοντας το λιτό φαγητό των ορειβατών, μέσα σε σκηνές που τις μαστίγωνε ο αέρας το βράδυ, φορώντας την ειδική ισοθερμική στολή. Έφυγε όπως ήρθε, αθόρυβα χαιρετώντας όλους τους αναβάτες της αποστολής του-ήταν άλλα είκοσι άτομα-μαζί με τον φίλο του Αουγκούστο για το Λονδίνο.   Ήταν πολύ χαρούμενος για το κατόρθωμά του αυτός ο απρόβλεπτος νέος άνδρας, ο πιο έξυπνος αλλά και ο πιο αυτοκαταστροφικός των Νιάρχων, κάτι που απέδειξε δεκαοχτώ ημέρες μετά την κατάκτηση της πιο ψηλής κορυφής του κόσμου.   Το βράδυ της 31ης Μαΐου, ο βενιαμίν της δυναστείας Νιάρχου έφαγε και εισέπνευσε μέσα στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, στο κτήριο με το νούμερο 33 της Grosvenor Square, ποσότητα κοκαΐνης ικανής να σκοτώσει εικοσιπέντε άτομα.   Όπως θα έλεγαν οι φίλοι του ορειβάτες λίγες ημέρες αργότερα είχε περάσει πλέον για πάντα στην ζώνη του θανάτου, έχοντας προλάβει να ζήσει μόλις τριάντα εφτά χρόνια..