Σύμφωνα με τον καθηγητή γλωσσολογίας Γ. Μπαμπινιώτη…
 στο λεξικό νέας ελληνικής γλώσσας, υπογραμμίζεται ότι η λέξη Θεός είναι αρχαία.
Συνεπώς οι μονοθεϊστικές θρησκείες δανείστηκαν την αρχαία ελληνική έννοια «Θεός» «Θεότητα» προκειμένου να
αποδώσουν την ύψιστη Θεολογική οντότητα των δογμάτων τους μη δυνάμενες στην εξεύρεση άλλης ανώτερης επ΄ αυτής εννοίας έστω και εν γνώσει τους ότι οι λέξεις ναι μεν ίδιες αλλά όμως με βασικές διαφορές των εννοιών και κατά χρόνο και κατά ερμηνεία.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η λέξη Θεός είναι αγνώστου ετυμολογίας, ενώ αναφέροτναι ως  «παρετυμολογίες» η συσχέτιση της με άλλες συνώνυμες λέξεις.
Στο εν λόγω λεξικό αναφέρεται, επίσης, ότι οι προσπάθειες για τεκμηριωμένη, τουλάχιστον ετυμολογικά, απόδοση της λέξης δεν έχουν δώσει καρπούς μέχρι σήμερα.
Στην αρχαιότητα στην βοιωτική διάλεκτο σύμφωνα με το λεξικό Liddell-Scott η λέξη απαντάτο ως θιός ή σιός, στην Λακωνική σιός, στη Δωρική θεύς, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στην Καινή Διαθήκη, ως θεός. Η έκταση της δικαιοδοσίας της έννοιας του θεού ή των Θεών στην Ελληνική Μυθολογία ήτοι στη Κοσμογονία ποικίλλει από μυθολογία σε μυθολογία. Ως θέαινα ή θεά απαντάται η θηλυκή θεότητα, παρούσα κυρίως στις πολυθεϊστικές θρησκείες.
Η λέξη Θεός ναι μεν είναι αρχαία λέξη αλλά είναι αγνώστου ετυμολογίας. Εκπληκτικό;
Ο Θεός είναι Απερίγραπτος και Ακατάληπτος, το ίδιο από ότι φαίνεται και η προέλευση του ονόματος του.
Στην δική μας εκκλησιαστική παράδοση η λέξη αυτή πέρασε από την μετάφραση των εβδομήκοντα, όπου έτσι απέδωσαν τις εβρ. λέξεις Elohah Elohim στην Π.Δ.
Πηγή