Η Γερμανία, αφού μάζεψε όλο το χρήμα τα τελευταία χρόνια με τις πολιτικές…
της λιτότητας που επέβαλε στην Ε.Ε. και πιο συγκεκριμένα στον Ευρωπαϊκό Νότο (δεν μιλάμε για την Ελλάδα που ήταν και είναι το πειραματόζωο) τώρα αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες της και θωρακίζεται έναντι ξένων απειλών. Άρχισαν να αντιλαμβάνονται στο Βερολίνο πώς μία χώρα για να είναι ισχυρή δεν αρκεί η δυνατή οικονομία, αλλά απαιτείται και ισχυρός Στρατός.

Ίσως, ωστόσο, να επιδιώκει η Γερμανία να αναβαθμίσει και τον γεωστρατηγικό της ρόλο, ιδίως στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Τα παζάρια με τους Τούρκους αυτό δείχνουν. Και τα παραδείγματα είναι αρκετά και χαρακτηριστικά. Η σκέψη αποστολής στρατευμάτων στη βάση του Ιντσιρλίκ μετά την αποχώρηση των Αμερικανών και βεβαίως η διοίκηση της Νατοϊκής δύναμης SNMG-2 που περιπολεί στο Αιγαίο.

Μόνο τυχαία δεν είναι όλα αυτά, αν και το Βερολίνο ίσως να υπολογίζει χωρίς τον ξενοδόχο, τις ΗΠΑ. Γιατί η γραμμή που έχει ακολουθήσει είναι κόντρα στα συμφέροντα της Ουάσιγκτον και οι δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται για το ποια θα έχει το πάνω χέρι. Αυτό δείχνει άλλωστε και η οικονομική κρίση στην Ελλάδα.

Βεβαίως η Γερμανία δεν έχει την ιστορική παράδοση με το μέρος της, αφού μπορεί να αιματοκύλισε δύο φορές τον πλανήτη ωστόσο δεν κατάφερε να κερδίσει κανέναν από τους πολέμους που προκάλεσε. Κι αυτό λόγω έλλειψης στρατηγικής και μεγαλομανίας. Και μπορεί αυτή τη μεγαλομανία να επικρατήσει και πάλι στην Ευρώπη μέσω της οικονομίας να την πληρώσει ακριβά.

Ωστόσο τώρα, μετά από πολλά χρόνια από τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου που η Γερμανία μείωνε τις στρατιωτικές της δαπάνες αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να τις ενισχύσει. Δεν είναι τυχαίο πώς την απόφαση αυτή πήρε η υπουργός Άμυνας της χώρας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία εμφανίζεται ως από τις πλέον πιθανές για τη διαδοχή της Άνγκελα Μέρκελ, σε συνεργασία με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που κρατάει τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου.

Το άνοιξε λοιπόν το χρηματοκιβώτιο ο κ. Σόιμπλε και επέτρεψε στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό των Ένοπλων Δυνάμεων της χώρας με την κατ’ αρχήν πρόσληψη 7.000 επαγγελματιών οπλιτών και την προαίρεση πώς μπορεί στη συνέχεια να γίνουν και άλλες.

Είναι γεγονός ότι από την ημέρα της Γερμανικής Επανένωσης όταν υπήρχαν 585.000 στρατιώτες σήμερα δεν έχει απομείνει ούτε το 1/3. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν φορούσαν τόσο λίγοι τη στολή των γερμανικών Ένοπλων Δυνάμεων. Επί χρόνια κανείς δεν ήθελε να επενδύονται για εξοπλιστικά προγράμματα και αυξήσεις του στρατιωτικού προσωπικού.

Οι φορολογούμενοι προτιμούσαν να διατίθονται τα χρήματα σε σχολεία, παιδικούς σταθμούς ή αυξήσεις συντάξεων. Οι πολιτικοί από την άλλη πλευρά δεν μπορούσαν να κερδίσουν προεκλογικούς αγώνες με σύνθημα την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.

Ο τροχός της ιστορίας όμως γύρισε και η κατάσταση είναι διαφορετική: Οι απειλές που συνδέονται με την ουκρανική κρίση και τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους έχουν πολλαπλασιαστεί. Η απειλή του πολέμου επέστρεψε και ο κίνδυνος τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη είναι υπαρκτός.

Επίσης, όπως αναφέραμε και στην αρχή η Γερμανία θέλει να αυξήσει την επιρροή της σε ξένες χώρες και αυτό χωρίς ισχυρό Στρατό δεν μπορείς να το πράξεις.

Σε μια πρόσφατη έρευνα του Κέντρου Στρατιωτικής Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών το 45% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της αύξησης του στρατού. Ο αριθμός τριπλασιάστηκε από το 2009. Ποσοστό 51% υπερασπίστηκε την αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού, το 2013 ήταν μόνο 19%.

Έτσι λοιπόν η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας εισηγήθηκε και η πρόταση της έγινε αποδεκτή να αυξηθεί ο αμυντικός προϋπολογισμός από 34,3 σε 39,2 δις ευρώ μέχρι το 2020. Με τον τρόπο αυτό η γερμανική αντιπροσωπεία σώζει τα προσχήματα στην σύνοδο κορυφής του Βορειοατλαντικού Συμφώνου το καλοκαίρι στη Βαρσοβία, ακόμη κι αν συνεχίζει να βρίσκεται πίσω από το στόχο του ΝΑΤΟ για εξοπλισμούς ίσους με το 2% του ΑΕΠ, δηλαδή 80 δις ευρώ