Μας το διηγήθηκε Θεσπρωτός, που ήλθε να περάσει το Πάσχα…
στον τόπο του: “Στο επαρχιακό δίκτυο της Μουργκάνας, οδηγούσα μέσα στη νύχτα, με ταχύτητα περίπου 60 χιλιομέτρων. Μ. Παρασκευή ήταν. Με τους δυνατούς προβολείς αναμμένους είχα καλή ορατότητα. Ξαφνικά και χωρίς να το καταλάβω στο μισό μέτρο βλέπω ένα κοπάδι από πρόβατα. Πριν καλά καλά να το συνειδητοποιήσω, ένα αρνάκι είχε χτυπηθεί από τις ρόδες του αυτοκινήτου. Ο βοσκός
άρχισε να μου αγριεύει. Θέλω να μου φέρεις ένα άλλο φώναζε… Που να το βρω, άνθρωπέ μου, να σου το φέρω, του απάντησα. Αυτός το βιολί του. Τότε, έβγαλα 70 ευρώ και του τα έδωσα. Ηρέμησε, αντε καλά, μου είπε, φύγε τώρα. Καταβαίνω από το αυτοκίνητο και του λέω. Θα φύγω, αφού πάρω το αρνί, πληρωμένο το έχω. Έτσι σούβλισα  δύο αρνιά. Ένα, που είχα αγοράσει μετη θέλησή μου και ένα που αγόρασα αναγκαστικά, μετά το ατύχημα.
Πηγή