Τα τροχαία ατυχήματα και οι απώλειες που προκαλούν αποτελούν συνήθως ένα «προσφιλές» θέμα για τα μέσα ενημέρωσης την…
περίοδο του Πάσχα. Τότε, καθώς αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο «οικογενειακή» θρησκευτική εορτή στην Ελλάδα, μετακινούνται σημαντικά τμήματα του πληθυσμού εντός και εκτός των αστικών δικτύων, με αποτέλεσμα να παρατηρείται – εμπειρικά – μία αύξηση στα ατυχήματα.

Σε πιο στενό πλαίσιο, η «μάστιγα» των τροχαίων ατυχημάτων – όπως έχει ονομασθεί τις προηγούμενες δεκαετίες από μέσα ενημέρωσης και φορείς πολιτικής, καθώς αποτελούν μία σημαντική αιτία θανάτων στην Ελλάδα – επανήλθε στη δημόσια συζήτηση τον Φεβρουάριο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του τραγουδιστή Παντελή Παντελίδη, από εκτροπή του αυτοκινήτου που οδηγούσε.

Αρκετά δεδομένα σχετικά με την εξέλιξη του αριθμού των τροχαίων ατυχημάτων και των θυμάτων τους στην Ελλάδα παρέχουν τα στατιστικά στοιχεία που έχει αναρτήσει η Τροχαία στον ιστότοπο της Ελληνικής Αστυνομίας.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά τη μεθοδολογία και τον τρόπο που χρησιμοποίησα προκειμένου να επεξεργαστώ και να αναλύσω τα δεδομένα της Τροχαίας, καθώς και να κατεβάσετε τα ίδια τα επεξεργασμένα δεδομένα, προκειμένου να πραγματοποιήσετε τις δικές σας αναλύσεις.

Από την επεξεργασία των πρωτογενών στατιστικών στοιχείων της Τροχαίας, προκύπτει ότι την 25ετία 1990-2014 πραγματοποιήθηκαν στους ελληνικούς δρόμους συνολικά 469.170 τροχαία ατυχήματα, εκ των οποίων τα 37.629 ήταν θανατηφόρα (προκάλεσαν δηλαδή τον θάνατο τουλάχιστον ενός ατόμου).

Συνολικά, τα θύματα των τροχαίων ατυχημάτων ανήλθαν σε 650.957 άτομα, ενώ οι νεκροί σε 42.216. Στην περίοδο της 25ετίας, σε κάθε θανατηφόρο ατύχημα σκοτώνεται κατά μέσο όρο 1,12 άτομο.

Το πιο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που διαθέτει δημοσίως η Τροχαία είναι η μείωση που έχει επιτευχθεί στη διάρκεια της 25ετίας, τόσο στα τροχαία ατυχήματα όσο και στα θύματά τους.

Πιο συγκεκριμένα, στην περίοδο 1990-2014 το σύνολο των τροχαίων ατυχημάτων μειώθηκε κατά 48,23% (σωρευτικός ετήσιος ρυθμός μεταβολής -2,6%), τα θανατηφόρα ατυχήματα κατά 57,63% (-3,38%), το σύνολο των παθόντων κατά 54,46% (-3,01%) και οι νεκροί μειώθηκαν κατά 59,57% (σωρευτικός ετήσιος ρυθμός μεταβολής -3,56%).

Προκειμένου, ωστόσο, να διαπιστωθεί κατά πόσον η μείωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί υψηλή ή χαμηλή, τα νούμερα της Ελλάδος θα πρέπει να συγκριθούν με τα νούμερα άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με στόχο να διερευνηθεί ποιες περιοχές της Ελλάδος αποδίδουν καλύτερα στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων και των συνεπειών τους (και ενδεχομένως η γνώση αυτή να χρησιμοποιηθεί από τους φορείς πολιτικής προκειμένου να στοχεύσουν τη δράση τους στις περιοχές που εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά μείωσης), δημιούργησα έναν Δείκτη Γενικής Επίδοσης Περιοχής ο οποίος καταγράφει ακριβώς αυτό: σε ποιες γεωγραφικές περιοχές της χώρας έχει καταγραφεί η μεγαλύτερη και η μικρότερη μείωση σε τροχαία ατυχήματα, θανατηφόρα, παθόντες και νεκρούς. Κατασκεύασα αυτόν τον Δείκτη μετρώντας τη διαφορά του σωρευτικού ετήσιου ρυθμού μεταβολής κάθε περιοχής από το συνολικό σωρευτικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής της Επικράτειας για κάθε μία από τις 4 αυτές κατηγορίες. Η τιμή της συνολικής επίδοσης για κάθε περιοχή εξάγεται από το άθροισμα της επίδοσης για κάθε μία κατηγορία. Όσο μεγαλύτερος αριθμητικά είναι ο Δείκτης Γενικής Επίδοσης Περιοχής τόσο καλύτερη είναι η επίδοση της περιοχής στη μείωση των ατυχημάτων και των παθόντων τους, ενώ όσο μικρότερος αριθμητικά είναι ο Δείκτης Γενικής Επίδοσης Περιοχής τόσο χειρότερη είναι η επίδοσή της.

Για την περίοδο 2008-2014 και με συνολικό δείκτη 0,21 και 0,14 αντιστοίχως, την καλύτερη επίδοση στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων και των συνεπειών τους εμφανίζουν η Στερεά Ελλάδα και οι Ιόνιοι Νήσοι. Από την άλλη, με συνολικό δείκτη -0,16, -0,05 και -0,03 αντιστοίχως τη χειρότερη επίδοση εμφανίζουν το Νότιο Αιγαίο, η Κεντρική Μακεδονία (συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλονίκης) και η Αττική.

Ενδιαφέρον θα είχε να διαπιστώναμε την επίδοση των περιοχών σε ένα μεγαλύτερο διάστημα χρόνου, μέσα από μη δημοσιοποιημένα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να διατηρεί η Τροχαία, καθώς είναι πιθανό σε βάθος χρόνου ο δείκτης αυτός να διαφοροποιείται. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Δείκτης επιχειρεί να ενοποιήσει ποσοτικά μόνον την επίδοση (μεταβολή στα τροχαία ατυχήματα και στους παθόντες) εντός ορίων μίας γεωγραφικής/διοικητικής περιοχής της Ελλάδος και δεν διερευνά ή λαμβάνει υπόψιν ποιοτικούς παράγοντες, οι οποίοι ενδεχομένως να έδιναν μία διαφορετική «εικόνα».

Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία που προκύπτουν από τα δεδομένα της Τροχαίας αφορούν στο είδος και στις αιτίες των θανατηφόρων ατυχημάτων, καθώς και στις ιδιότητες και τις ηλικίες των νεκρών.

Έτσι για την περίοδο 2010-2014, από το σύνολο των θανατηφόρων ατυχημάτων:
– Το 35,77% προκλήθηκαν από σύγκρουση οχημάτων, το 32,81% από εκτροπή οχημάτων και το 18,15% από παράσυρση πεζών.
– Το 10,68% οφείλεται σε κίνηση στο αντίθετο ρεύμα, το 9,81% σε υπερβολική ταχύτητα και το 7,69% σε αίτια που αναφέρονται στους πεζούς.

Παράδοξο (μιας και συχνά αναφέρεται ως αιτία τροχαίων ατυχημάτων) είναι το γεγονός ότι τα δεδομένα που έχει διαθέσιμα η Τροχαία δεν καταγράφουν ως ξεχωριστή μεταβλητή στις αιτίες των θανατηφόρων ατυχημάτων την κατανάλωση αλκοόλ. Ενδεχομένως η παράμετρος αυτή να συμπεριλαμβάνεται στις κατηγορίες «Οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή» (4,2% του συνόλου των θανατηφόρων ατυχημάτων) ή «Λοιπά αίτια αναφερόμενα σε οδηγούς» (36,23% επί του συνόλου).

Επιπλέον, για την περίοδο 2010-2014, από το σύνολο των νεκρών:
– Το 66,15% ήταν οδηγοί οχήματος, το 17,13% ήταν επιβάτες οχήματος και το 16,71% ήταν πεζοί.
– Το 31,72% ήταν ηλικίας άνω των 55 ετών, το 19,06% ηλικίας 26-35 και το 16,79% ηλικίας 36-45 ετών.

Κλείνοντας αυτό το data blog, θα ήταν ταιριαστό να γίνει μία παρατήρηση σχετικά με τη Δημοσιογραφία Δεδομένων στην Ελλάδα (έναν τομέα στον οποίο έχω επιχειρήσει να δραστηριοποιηθώ τους τελευταίους μήνες μέσα από σχετικά άρθρα για τομείς όσο διαφορετικοί όσο οι πυρκαγιές, το Χρηματιστήριο και οι εκλογές).

Μία ανάλυση όπως αυτή που διαβάσατε παραπάνω προκειμένου να ξεφύγει από την «απλή» ανάλυση δεδομένων και παράθεση στατιστικών στοιχείων και να αναχθεί σε Δημοσιογραφία Δεδομένων θα έπρεπε να έχει τίτλο: «Γιατί περιοχές της Ελλάδος μένουν πίσω στη μείωση των τροχαίων». Δηλαδή μέσα από ρεπορτάζ, συνεντεύξεις και μαρτυρίες να δίνει τις απαντήσεις ή τις αιτίες για τα γεγονότα που εξάγονται μέσα από την ανάλυση των δεδομένων.

Η Δημοσιογραφία των Δεδομένων (Data Journalism ή Data-Driven Journalism) αφορά στο συνδυασμό της διαδραστικής οπτικοποίησης βάσεων δεδομένων με τις παραδοσιακές μορφές δημοσιογραφίας. Η χρήση των δεδομένων προκειμένου να υποστηριχθεί μία δημοσιογραφική ιστορία μπορεί να αποκαλύψει «πτυχές» που δεν είναι «ορατές» με την παραδοσιακή δημοσιογραφική ανάλυση ή ρεπορτάζ. Παρ’ ότι κυρίαρχο στοιχείο στην Δημοσιογραφία Δεδομένων είναι η οπτικοποίηση των δεδομένων, αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπονται ή παραγκωνίζονται τα παραδοσιακά στοιχεία της δημοσιογραφίας: τα δεδομένα λειτουργούν ως επαυξητικά, επιβεβαιωτικά ή ανατρεπτικά στοιχεία της ανάλυσης, του ρεπορτάζ, των συνεντεύξεων, των δηλώσεων και των αναδρομών που συνθέτουν μία δημοσιογραφική ιστορία.

Μία τέτοια έρευνα απαιτεί όχι μόνο χρόνο και κόπο από την πλευρά του δημοσιογράφου, αλλά και πόρους από την πλευρά του μέσου ενημέρωσης. Η Δημοσιογραφία Δεδομένων αυτή την στιγμή είναι το παρόν στις μεγάλες μηντιακές αγορές όπως οι ΗΠΑ, το Λονδίνο ή η Γερμανία, με το μέλλον να φέρνει όλο και περισσότερες χρήσεις της τεχνολογίας στη συλλογή, την ανάλυση, τη συγγραφή και τη δημοσίευση της δημοσιογραφικής πληροφορίας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, όπου η πρωτογενής και εις βάθος δημοσιογραφική έρευνα είναι σπάνια, η Δημοσιογραφία Δεδομένων είναι απούσα, παρά τα μεγάλα θέματα που θα μπορούσε να αναλύσει και να επεξηγήσει.

Το άνοιγμα δεδομένων στους δημοσιογράφους με συνέπεια, συστηματικότητα και ακρίβεια από όσο το δυνατόν περισσότερους δημόσιους οργανισμούς είναι σίγουρα ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποια αργά μεν αλλά σταθερά βήματα προς τα ανοικτά δημόσια δεδομένα. Αυτό που θα πρέπει να γίνει πλέον είναι το βήμα από την άλλη πλευρά: τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης να αξιοποιήσουν τα δεδομένα που υπάρχουν ήδη «εκεί έξω», επενδύοντας πόρους και δυναμικό ώστε η Δημοσιογραφία Δεδομένων να μην αποτελέσει ένα ενδεχόμενο αλλά μάλλον απίθανο μέλλον του κλάδου.

Πηγή