Η πρώτη μαύρη μουσουλμάνα υπουργός Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί κυβερνήσεως Νικολά Σαρκοζί, θέτει υποψηφιότητα στις… προεδρικές εκλογές της Γαλλίας για το 2017.

Η Ραμά Γιαντ, επαναστάτρια της τότε δεξιάς κυβέρνησης, το ατίθασο πνεύμα του UMP, το οποίο εμφανιζόταν σε δημοσκοπήσεις ως το πιο δημοφιλές πρόσωπο που παρήλασε ποτέ από την γαλλική πολιτική σκηνή μαζί με τον πρώην γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ, ηγείται πλέον του κόμματος La France qui ose (Η Γαλλία που τολμά).

Στα χρόνια της προεδρίας του Σαρκοζί συζητήθηκαν έντονα οι δηλώσεις της περί διεξαγωγής δημοψηφίσματος για κατάργηση της μπόυρκας στη Γαλλία, ενώ υπεραμυνόταν της νομιμοποίησης του γάμου των ομοφυλοφίλων.

Γνωστή για την ευαισθησία της σε ζητήματα που αφορούν στους ΛΟΑΤ, η Γιαντ υπογραμμίζει τις θέσεις με τις οποίες εμφανίστηκε στο πολιτικό στερέωμα και απέναντι στην Μαρίν Λε Πεν αναπτύσσει αντιρατσιστική ατζέντα.

Μιλά για δημοκρατική επανάσταση αντί για «κατάσχεση της δημοκρατίας που ισχύει σήμερα». Στην ιστοσελίδα της αναφέρει: «Ας ελευθερώσουμε την πρωτοβουλία, την δημιουργικότητα, να παλέψουμε τα ιδιωτικά μονοπώλια που διοικούνται από την ίδια ολιγαρχία που καταλαμβάνει τα πόστα, να κινητοποιήσουμε την κοινωνία των πολιτών…Αυτή είναι η προοπτική μιας κοινωνίας ανανεωμένης».

Η υποψηφιότητα της έγινε γνωστή πριν από λίγες ημέρες μέσω του γαλλικού καναλιού TF1, όπου και δήλωσε: «Ο Ματέο Ρέντσι έχει την ηλικία μου, ο αρχηγός των Podemos είναι 37 ετών, ο Μπαράκ Ομπάμα έχει ολοκληρώσει δύο θητείες, και ξεκινώντας την πρώτη του θητεία ήταν νέος» .

Η Γιαντ διετέλεσε υπουργός της κυβέρνησης Σαρκοζί, και το 2010 βρέθηκε στη θέση της πρέσβειρας στην UNESCO. Το 2005 ακολούθησε το UMP, στο παρελθόν όμως είχε εργαστεί για τους Πράσινους.

Η αρχή και το τέλος της πολιτικής σχέσης με τον Σαρκοζί

Τόσο η ζωή της όσο και η πολιτική της διαδρομή προδίδουν τις ανησυχίες της. Οικολόγος, σοσιαλίστρια και αργότερα μέλος της κυβέρνησης του Σαρκοζί στην οποία και κατέστησε σαφή τη μεταρρυθμιστική της διάθεση.

Όταν της ζήτησε ο τέως πρόεδρος της Γαλλίας να λάβει μέρος στις εκλογές του 2009 εκείνη αρνήθηκε και ως απάντηση ο Σαρκοζί μετέφερε τη Γιαντ στο υπουργείο Αθλητισμού. Η παρουσία της έντονη και στον τομέα του αθλητισμού όταν δημόσια άσκησε κριτική σε ποδοσφαιρικές ομάδες που επέλεγαν να διαμένουν σε ακριβά ξενοδοχεία.

Το όνομά της ήρθε στο φως της δημοσιότητας όταν ο Νικολά Σαρκοζί επέλεξε τη Γιαντ ως εκπρόσωπο της προεκλογικής του καμπάνιας. Μέχρι τότε ήταν ένα πρόσωπο άγνωστο στο ευρύ κοινό.

Όπως έλεγε «η επιχειρηματολογία του Σαρκοζί και η επαναστατική του πλευρά» τής άσκησαν γοητεία όπως και η «διάθεσή του να πάει κόντρα στις φυλετικές διακρίσεις». Ο Σαρκοζί, από την πλευρά του, εκτιμούσε, όπως έλεγε, το επαναστατικό της πνεύμα μέχρι που η Γιαντ εξέφρασε ανοιχτά τις διαφωνίες της μαζί του. Η τελευταία διεμήνυε πως ήταν κάτι παραπάνω από σύμβολο κατά του ρατσισμού στην κυβέρνηση Σαρκοζί, δίνοντας έτσι μια απάντηση σε όσους την ήθελαν να εξυπηρετεί συγκεκριμένους μόνο σκοπούς.

Η Γιαντ εξόργισε, όπως έγραφαν πολλά δημοσιεύματα, τον Σαρκοζί όταν άσκησε κριτική στην απόφασή του να καλέσει τον Μουαμάρ Καντάφι στη Γαλλία. Σχόλια προκάλεσαν οι φράσεις της για την πολιτική επίσκεψη του ηγέτη της Λιβύης, κατά την οποία ανέφερε ότι ο Καντάφι δεν πρέπει να χρησιμοποιεί τη Γαλλία ως «χαλάκι για να σκουπίσει το αίμα από τα πόδια του».

Είχε συζητηθεί και το ταξίδι της στη Δυτική Αφρική στο οποίο είχε συνοδεύσει τον Σαρκοζί. Σύμφωνα με την Figaro, ο πρώην υπουργός Μετανάστευσης Μπρις Χορτεφό της είχε πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου: «Έρχεσαι μαζί μας, ωραία. Δεν χρειάζεται όμως να γυρίσεις πίσω μαζί μας». Σαφώς ενοχλημένη από το σχόλιό του, η Γιαντ είχε αφήσει αιχμές για ρατσιστική στάση δεδομένης της αφρικανικής καταγωγής της.

Η υποστήριξη στους ομοφυλοφίλους

Γνωστή έγινε μιλώντας και για τα δικαιώματα της κοινότητας των ΛΟΑΤ, ενώ δεν παρέλειπε να υποστηρίξει τον γάμο ανάμεσα σε άτομα του ιδίου φύλου. Σε συνέντευξή της το 2011 είχε μάλιστα δηλώσει πως θα ψήφιζε υπέρ της νομιμοποίησης του γάμου ανάμεσα σε ομοφυλοφίλους εάν ήταν μέλος της Εθνοσυνέλευσης. Το 2012 είχε αναφέρει στην Parisien πως για τέτοιου βεληνεκούς κοινωνικά θέματα πρέπει να διεξάγονται δημοψηφίσματα. «Να δούμε εάν οι αριστεροί θα έχουν το θάρρος να δώσουν δύναμη σε αυτούς τους ανθρώπους», είχε πει.

Όπως και η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Ρασιντά Ντατί, έτσι και η Γιαντ εμφανίστηκε ως το πρόσωπο που θα έδινε μια αποστομωτική απάντηση σε όσους μιλούσαν για ρατσιστικές πεποιθήσεις στη πολιτική σκηνή της Γαλλίας.

Αντίθετα με τις πολιτικούς μέσης ηλικίας με συντηρητική ενδυματολογία, διέθετε το προφίλ της νέας και ανοιχτόμυαλης. Μελάνι χυνόταν συχνά για τη μαύρη μουσουλμάνα που δεν φοβόταν να μιλήσει ανοιχτά για ζητήματα όπως η νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων και η κατάργηση της μπούρκας.

Η σύγκριση με την Ντατί αναπόφευκτη, πολλοί όμως χαρακτήριζαν την Γιαντ πιο ανοιχτόμυαλη και απελευθερωμένη από στείρες ιδεολογίες. Σε αντίθεση με την Ντατί, αρνήθηκε, ακόμη, να σταλεί στο ευρωκοινοβούλιο.

Η Γιαντ γεννήθηκε στη Σενεγάλη, προέρχεται από μορφωμένη οικογένεια, και ο πατέρας της, Τζιμπρίλ Γιαντ, υπήρξε διπλωμάτης και προσωπικός γραμματέας του σενεγαλέζου προέδρου Λεοπόλντ Σεντάρ Σανγκόρ.

Σε ηλικία εννέα ετών μετακόμισε με τους γονείς της στη Γαλλία, φοίτησε σε Καθολικό σχολείο, και αργότερα σπούδασε στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού.

Εξηγώντας γιατί η Γιαντ είναι τόσο δημοφιλής παρά το γεγονός ότι είναι μουσουλμάνα, ο γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Πασκάλ Μπρικνέρ είχε τονίσει πως η πολιτικός φέρνει την επανάσταση της νιότης απέναντι στον συντηρητισμό, και «ο λόγος που μισείται είναι ταυτόχρονα και ο λόγος που σαγηνεύει τόσους πολλούς».