Γράφει ο Άρης Αλεξανδρής
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ήταν νομίζω η τελευταία φορά που πήρα ανθρώπους στα σοβαρά. Μεγάλος κράχτης εκείνη η περίοδος – έπεσαν τα προσχήματα, κόπηκαν οι …
λειτουργικές αβρότητες, είδαμε μετά από πολύ καιρό καθαρά ποιους έχουμε δίπλα μας. Και το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικά απαίσιο, τόσο που χάσαμε και το χιούμορ μας. Η κυριολεξία παραήταν διαβρωτική, εισχώρησε τοξικά στα πάντα και στο τέλος άφησε ένα ειρωνικό μείγμα συμβιβασμένης απάθειας και στατικής φρίκης. Τόσο μεγάλη η απογοήτευση, που νέκρωσε τον μετρητή της και έπαψε να είναι μέγεθος· έγινε κανόνας.

Δεν ήταν τόσο τα πολιτικά. Αυτά πάνε κι έρχονται, πετάνε τα ρούχα τους, φοράνε άλλα, πότε φυτρώνουν μέσα μας, πότε μετασχηματίζονται δίπλα μας, πότε καίγονται απέναντί μας. Ρευστότητα ανάξια ιδιαίτερης προσοχής. Ήταν η διαχείρισή τους, ο τρόπος που φόρτισαν επιβιωσιακούς μηχανισμούς, πυροδότησαν νεύρα και νοηματοδότησαν ζωές. Από μόνα τους δηλαδή τα πολιτικά δεν ήταν τόσο αισχρά όσο τα ένστικτα που ανέσυραν ελώδη και κακοφορμισμένα απ’ τον πάτο της ανθρώπινης υπόστασης. Οι άνθρωποι παρουσιάστηκαν μετά από πολύ καιρό όπως ακριβώς είναι, χωρίς τα κομψεπίκομψα πέπλα της στημένης ευγένειας. Και πολύ άργησαν.

Επιστροφή στην πρωτόγονη ρίζα. Βρεθήκαμε ξαφνικά να διαπραγματευόμαστε τα λυμένα, να συζητάμε απ’ την αρχή τα αυτονόητα, να ξαναπιάνουμε από τις παρυφές της μια εξελικτική πορεία που υποτίθεται ότι ήταν κοινή κατάκτηση, κοινός τόπος. Τι έκπληξη δοκιμάσαμε όταν συνειδητοποιήσαμε κατόπιν εορτής ότι κάποιοι υποδύονταν τους εξελιγμένους μέχρι τότε, περιμένοντας ένα μόνο ερέθισμα για να μας μοστράρουν ολόσωμη την υπανάπτυξή τους! Προδοσία κατά μία έννοια. Παρανόηση κατά μίαν άλλη.

Κι από εκεί και πέρα, ζοφερός κατήφορος. Μια φρενήρης πορεία προς τον πυθμένα, τον οποίο όμως δεν πιάνουμε ποτέ γιατί μόλις τον πλησιάσουμε οι πόλοι αντιστρέφονται και ο πάτος πάει απ’ την άλλη. Και ξανά πτώση χωρίς τέρμα. Κούραση άκαρπη και αντίσταση χαμένη από χέρι.

Ο καθένας υποτίθεται πως πρέπει τώρα να αποδείξει στον φωνακλά δίπλα του ότι δεν είναι ελέφαντας για να ανοικοδομήσει εκ νέου την υποτυπώδη κοινωνία του φωνακλά. Στην οποία εμείς φιλοξενούμαστε ως μακρινοί συγγενείς του, με ακαθόριστη συνάφεια όμως: Ίσως είναι αγχιστεία, ίσως είναι γενετικό πείραμα, σίγουρα πάντως είναι δυσλειτουργική σύμπτωση σε σπίτι που αγόρασες εσύ αλλά είσαι ανεπιθύμητος.

Και η κοινωνία είναι καταδικασμένη να παραμείνει υποτυπώδης, γιατί ο φωνακλάς δεν θα πειστεί ποτέ εντελώς ότι δεν είσαι ελέφαντας. Παράνοια και ένα διαρκές άγχος στην υγειά του φωνακλά, για τον οποίο άλλωστε γίνονται όλα. Εμείς μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν, αυτός δεν ζει χωρίς να μας τρώει τις σάρκες.

Δεν υπάρχει σωτηρία, υπάρχει μόνο αποστασιοποίηση. Ένα υποκατάστατό της, δηλαδή, που σε διαφυλάττει χωρίς να σε διασφαλίζει. Κάτι σαν παραίτηση από την ψευδαίσθηση της ομόνοιας και εναγκαλισμός με τον άδοξο ρεαλισμό. Χωρίς το μελό, όμως. Μια πικρή επιφοίτηση. Ο κόσμος τους ανήκει.

Καμιά εμπλοκή, λοιπόν, στη μάταιη βαβούρα, κανένας συσχετισμός πια με την παθογένεια που σιχαίνεσαι. Μα, τι, πώς, γιατί, αδιάφορα όλα, ας τα διευθετήσουν όσοι ενδιαφέρονται να σώσουν τον κόσμο και να χάσουν τον εαυτό τους μέσα σ’αυτόν ως μάρτυρες. Οι υπόλοιποι έχουμε πιο εγωιστικά πράγματα να κάνουμε, όπως το να ζήσουμε.

Πηγή