Ένας αγώνας επιβίωσης ανάμεσα στις τοπικές επιχειρήσεις και στις πολυεθνικές κρατάει χρόνια. Ποιος όμως βγαίνει νικητής; Τι δείχνει…
έρευνα της η Nielsen;

Όπως ο Δαβίδ νίκησε τον Γολιάθ, έτσι και πολλές τοπικές επιχειρήσεις όχι μόνο έχουν καταφέρει να επιβιώσουν έναντι του πολυεθνικού ανταγωνισμού αλλά και να ανθίσουν σε ένα άκρως παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα επί ελληνικού εδάφους, αποτελεί η νίκη της Goody’s έναντι του αμερικανικού κολοσσού McDonald’s, η κατά κράτος επικράτηση των Ελλήνων βιομηχάνων εμφιαλωμένου νερού έναντι π.χ. της Nestle, η άνθιση των ελληνικών εταιρειών παραγωγής αναψυκτικών κόντρα στην Coca Cola αλλά και των εθνικών brands μπύρας και των μικροζυθοποιών.

Ιδιαίτερα σε ότι αφορά την τελευταία κατηγορία, δηλαδή την αγορά της μπύρας, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που απαντάτε και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως π.χ. στον ελληνικό καφέ.

Μπορεί λοιπόν η αγορά της μπύρας να ελέγχεται από δύο διεθνής κολοσσούς, την Heineken (Αθηναϊκή Ζυθοποιία) και την Carlseberg (Ολυμπιακή Ζυθοποιία), κάποια από τα flagship προϊόντα τους όμως έχουν ελληνική ρίζα. Άλλωστε και οι δύο εταιρείες έχουν “παίξει” το χαρτί της ελληνικότητας, του αποτυπώματος τους στην εθνική οικονομία και της τοπικής παραγωγής η οποία όχι μόνο καλύπτει την εσωτερική αγορά αλλά και κομμάτι των εξαγωγών που πραγματοποιούν.

Βέβαια ο παραδοσιακός ορισμός της χώρας προέλευσης, όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έρευνα της η Nielsen, έχει περιπλακεί σε μεγάλο βαθμό, με εικονικές “τοπικές” μάρκες που στην πραγματικότητα παράγονται στο εξωτερικό, με ξένες μάρκες που έχουν παραγωγική παρουσία στις τοπικές αγορές και με παγκόσμιες μάρκες που είναι σε μια αγορά τόσο καιρό που πολλοί καταναλωτές τις αντιλαμβάνονται σαν τοπικές. Αυτό δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε παγκόσμιο επίπεδο όπου το εμπορικό σήμα προέλευσης μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο τόσο για έναν παγκόσμιο παίκτη όσο και για έναν τοπικό, όπως σημείωσε στην ίδια έρευνα της Nielsen στην οποία εξετάζεται αν σε αυτό το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον το “Made in” παίζει κάποιο ρόλο στην καταναλωτική συμπεριφορά.

Η απάντηση, με βάση τα όσα δήλωσαν 30.000 καταναλωτές από 61 χώρες που συμμετείχαν στην εν λόγω έρευνα, είναι ότι παίζει. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, σχεδόν το 75% των ερωτηθέντων σε παγκόσμιο επίπεδο δήλωσε πως η προέλευση της μάρκας είναι σημαντική ή περισσότερο σημαντική από άλλους παράγοντες όπως π.χ. η τιμή ή η ποιότητα. Με το 59% των ερωτηθέντων σε παγκόσμιο επίπεδο πάντα, να δηλώνει πως αγοράζει τοπικές μάρκες επειδή με αυτό τον τρόπο στηρίζει τις τοπικές επιχειρήσεις.

Και αν σε παγκόσμιο επίπεδο “μόνο” 6 στους 10 καταναλωτές δηλώνουν πως αγοράζουν τοπικές μάρκες για να στηρίξουν τοπικές επιχειρήσεις, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό αγγίζει το 81%. Δηλαδή οκτώ στους 10 Έλληνες καταναλωτές (ποσοστό 81%) δήλωσαν στην έρευνα της Nielsen, πως αγοράζουν τοπικές μάρκες επειδή με αυτό τον τρόπο συμβάλλουν στη στήριξη της τοπικής οικονομίας. Την ίδια στιγμή 9 στους 10 Έλληνες καταναλωτές δήλωσαν πως προτιμούν τοπικά φρούτα (ποσοστό 89%), λαχανικά (ποσοστό 89%), θαλασσινά (ποσοστό 89%), κρέας (ποσοστό 88%) και γιαούρτι (ποσοστό 88%).

Βέβαια το ερώτημα είναι αν όντως 8 στους 10 Έλληνες καταναλωτές αγοράζουν τοπικές μάρκες, πως ακριβώς προσδιορίζουν τον όρο τοπικό προϊόν και αν π.χ. 9 στους 10 αγοράζουν όντως τοπικό κρέας ή πιστεύουν πως αγοράζουν τοπικό κρέας. Γιατί με βάση τα στοιχεία εισαγωγών της τελευταίας εξαετίας, δεν προκύπτει αυτός ο πατριωτικός καταναλωτισμός. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η Ελλάδα με ή χωρίς κρίση συνεχίζει να αγοράζει εισαγόμενα αγαθά δαπανώντας ετησίως περί τα 30 δισ. ευρώ, ήτοι αθροιστικά την περίοδο 2010-2015 ξόδεψε για εισαγωγές προϊόντων εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών περί τα 190 δισ. ευρώ.

Ειδικότερα και σε ότι αφορά το κρέας, αν εξαιρέσουμε το κοτόπουλο και το αρνί – κατσίκι όπου οι μεγαλύτερες ποσότητες που καταναλώνονται παράγονται στη χώρα, το μοσχαρίσιο και το χοιρινό κρέας που καταναλώνεται είναι κυρίως εισαγόμενο. Είναι κοινό μυστικό άλλωστε πως ετησίως εισάγουμε προϊόντα κρέατος αξίας άνω του 1,1 δισ. ευρώ (επίσημα στοιχεία 2014), ιχθυηρά αξίας 377 εκατ. ευρώ (2014), γαλακτοκομικά αξίας 850 εκατ. ευρώ και φρουτολαχανικά αξίας πάνω από 650 εκατ. ευρώ (στοιχεία 2014).
Πηγή