Εβδομήντα δυο χρόνια πριν και την πρωτομαγιά του 1944, αντάρτες από το ηρωικό Ροδάκινο Ρεθύμνου στα όρια με τη σφακιανή γη, εξουδετέρωσαν ομάδα του …
γερμανικού στρατού κατοχής στη θέση «Φρατί». Στη συμπλοκή άφησαν τη ζωή τους ο Γιώργης Μαμαλάκης ή Δάσκαλος από τα Παλαιόλουτρα Αγίου Βασιλείου και ο γιός του Αντώνης 11 χρόνων, που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι.

Ο Μανώλης-Μανέλης Παπαδογιάννης που συμμετείχε στο επεισόδιο εξιστορεί με λεπτομέρειες το περιστατικό και η μαρτυρία του περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο «Εξιστορήσεις». Είχε πει: «…Μετά τα επεισόδια αυτά εγίνηκενε το Ροδάκινο απαγορεμένη ζώνη. Εγώ, όμως, είχα πολλά πρόβατα στο Φοινικιά, είχα χειμαδιό κι ήτανε ‘κεια ούλη η οικογένειά μου. Ο γαμπρός μου ο Ανδρέας ο Λουκάκης, επήγαινε ο κακομοίρης σε μια περιοχή του χωριού που ‘χανε φυτέψει κουκιά να κόψει κουκιά. Ήτανε κι ένας πρώτος ξάδερφος τση μάνας μου ο οποίος έμενενε στα Παλιόλουτρα, ο Γιώργης ο Μαμαλάκης ή Δάσκαλος και το κοπέλι-ν-του ο Αντώνης. Ήτανε τέλη Απρίλη του ’44 με αρχές του Μάη…

»Πήγανε Γερμανοί, θαρρώ απ’ το φυλάκιο του Πλακιά, στο χωριό, κάμανε έφοδο και τσι πιάσανε, ενώ το χωριό είχενε γίνει απαγορεμένη ζώνη. Προς το-γ-Κρυονερίτη βρήκανε τα πρόβατα του Στρατή του Σταυγιαννουδάκη και τα λαλούσανε προς το-μ-Πλακιά. Ο Στρατής πρόλαβενε και κρύφτηνε και δεν το-ν- είδανε, μόνο, ήρθενε προς τη μαδάρα και μας-ε-λέει: «Επήρασί μου τα πρόβατα». Λέω: «Ε να πάμε να τσι σκοτώσομε να τω-ν-τα πάρομενε. Εμείς δε-γ-ξέραμε πως εσέρνανε πολίτες και δε μας το ‘πενε κι ο Κοτσίφης ο Μανώλης που τσι ΄χενε δει με τα κυάλια. Α’ μας το ‘λεγενε ‘θελα πάμενε αλλού να τω-ν-εστάσομενε ενέδρα…

«ΠΕΝΤΕ ΝΟΜΑΤΟΙ…»

Ήμαστονε πέντε νομάτοι στο δρόμο που τω-ν-εστέσαμε ενέδρα: Εγώ ένας, ο Γιάννης ο Στραυγιαννουδάκης, ο Κωνσταντής ο Σταυγιαννουδάκης, ο Μιχάλης ο Αντωνουσάκης κι ο Νικολής ο Σηφακάκης. Πολύ μακριά ήτανε ο Μανώλης ο Κοτσίφης στο μετόχι-ν-του, πεντακόσα μέτρα από μας ήτανε ο αδερφός μου ο Βαγγέλης, κι αποπίσω από μας ήτανε ο Μιχάλης ο Μπάλος απ’ τα’ Ασκύφου κι ο Γιαννάς ο Γιώργης. Εμείς οι πέντε πρώτοι, ήμαστονε στο γ-κλοιό και τότες είδα μόνο πως οι Γερμανοί εσέρνανε το γαμπρό μου το-ν- Ανδρέα, το μπάρμπα μου το Δάσκαλο και το κοπέλι-ν-του…

»Σ’ ένα γαϊδουράκι οι Γερμανοί είχανε βάλει το μυδραλιοβόλο και πήγαινε μπροστά. Αποπίσω ήτανε τα πρόβατα κι ακλουθούσανε οι Γερμανοί με τσ’ ομήρους. Τη-ν-ώρα που έπαιξενε αποπίσω μια μπαλοτέ ο Κοτσίφης, ήρθενε το γαϊδουράκι στα πόδια μου, γιατί εγώ ‘μουνε στο δρόμο μέσα! Μόλις ακούσανε τσι πυροβολισμούς οι Γερμανοί τρέξανε να ξεφορτώσουνε το μυδραλιοβόλο και δυο, ο επικεφαλής κι ένας φαντάρος, φύγανε να πάνε στο-μ-Πλακιά να ειδοποιήσουνε πώς πέσανε σε ενέδρα παρτιζάνω’. Λέω ‘γω τω-ν-άλλω’ που ήτανε δίπλα μου, του Σταυγιαννουδάκη και του Αντωνουσάκη: «Μη χτυπήσετε γιατί σέρνουνε το γαμπρό μου το-ν- Αντώνη».

»Οι άλλοι που ήτανε με τσι πολίτες εξανοίξανε να καλυφτούνε με τσ’ ομήρους! Ο συγχωρεμένος ο μπάρμπας μου ο Δάσκαλος και το κοπέλι-ν-του φορούσανε ρούχα που μοιάζανε με γερμανικά. Λέω του γαμπρού μου: «Ανδρέα πέσε κάτω και θα σε καλύπτω ‘γώ! Τη-γ-κατάλληλη στιγμή θα κάμεις δυο άλματα να φύγεις απ’ τσι Γερμανούς…». Αλλά το-ν-εβάστανε-ν-ένας Γερμανός πούστης, γερός με στιβάνια, αντράρα, θηρίο άντρας και μου λέει: «Δε μπορώ, με βαστά!» Λέω, «ξάνοιξε μωρέ να φύγεις κι εγώ το-ν-έχω στη μίρα του ντουφεκιού και θα τον-ε-σκοτώσω». Ο Γερμανός δεν το-ν- άφηνενε! Μου λέει «δε μπορώ». Λέω του «μωρέ δε μπορείς;» λέει «δε μπορώ». Σκοτώσαμε τσι Γερμανούς που ήτανε πλια μπροστά και βλέπω μια στιγμή το-γ-κουνιάδο μου, παίζει το σάλτο και φεύγει.

Παίζω μια του Γερμανού κι απόμεινενε ‘κειδά! Τα στιβάνια-ν-του τα ‘βγαλα και τα ‘δωκα του Μιχάλη του Αντωνουσάκη…

«ΜΑΝΕΛΗ,ΜΑΝΕΛΗ,ΜΑΝΕΛΗ!»

Ο γαμπρός μου παίρνει κάτω, αλλά οι άλλοι που ‘σανε αποπίσω, μακριά, θωρούνε κι έτρεχενε αυτός και του παίζανε να τον-ε-σκοτώσουνε οι δικοί μας πάλι. Πιάνω ‘γω του τουφέκι και τσαχτίζω οθέ τη μπάντα-ν-τωνε και πήρανε χαμπάρι! Έφυγενε κι έχασενε τα παπούτσα-ν-του. Μέχρι να παει στο Φοινικιά που μέναμενε, έχασενε τα στιβάνια-ν-του και πήγαινε ξυπόλητος εντελώς μέσα στσ’ αγκάθες. Ξέρεις τι ζόρες ήτανε; Απής τσι σκοτώσαμε τσι γδύσαμε, γιατί τότες δεν είχαμενε και ρούχα να βάλομενε…

»Πιάσαμε και δυο αιχμαλώτους! Ο αδερφός μου ο Βαγγέλης τσι ‘πιασενε, είχανε μπει στο ρυάκι, ήτανε σφάκες πολλές! Αυτοί οι δυο αιχμαλώτοι φύγανε με το μέσο που φύγανε και τον Κράιπε. Μάλιστα, μου ‘χανε ζητήξει τα στοιχεία μου να μου γράψουνε γράμμα, μα δε μου γράψανε. Τι απογίνανε δε γατέχω!

»Μια στιγμή μετά τη μάχη, ακούω και φώνιαζενε ένας με ξεψυχισμένη φωνή: «Μανέλη, Μανέλη,Μανέλη!» Λέω, «Παναγία μου ίντα συμβαίνει; Ο Ανδρέας ο γαμπρός μου έφυγενε». Λέω του Αντωνουσάκη που πήρενε τα στιβάνια: «Έβγα να δεις μωρέ ποιος είναι απού φωνιάζει τ’ όνομά μου». Πάει, έρχεται και μου λέει: «Ο Δάσκαλος ο μπάρμπας σου είναι…»

Βγαίνω και τον-ε-θωρώ! Το ‘χανε παίξει μια στο-ν-ώμο, διαμπερές τράμα και μια στη χέρα-ν-του και κρέμουντανε η χέρα-ν-του. Εθάρρουνε πως το κοπέλι-ν-του το σκοτώσανε ΄μεις στη συμπλοκή. «Όι», μου λέει. «Δε το σκοτώσετε ‘σεις! Την ώρα που γυρίσετε και βάνετε, ο Ανδρέας ο γαμπρός σου επήρενε κάτω και πήγαμε να το-ν-ακλουθήξομε και ‘μεις και σέρνει ο Γερμανός το-μ-πιστόλι και το σκοτώνει». Λέω, «ίντα να κάμομε μπάρμπα; Πράμα!»

Παίρνομε το κοπέλι να πάμε να το θάψομενε στο –γ-Κουρκουλό, στο μοναστήρι τα’ Άη Γιώργη και μετά γιαέρνομε να πάρομενε και το Δάσκαλο τραματισμένο, πρώτο ξάδερφο τση μάνας μου. Ήτονε κι η μάνα μου ‘κειδά. Τον-ε-σέρναμε και τον-ε-κάτσαμε στο γάιδαρο απού χανε οι Γερμανοί το μυδραλιοβόλο και πήραμε απάνω να τον-ε-πάμε στα Σφακιά. Αλλά στη φασαρία πάνω δεν εθάψαμε και ‘μεις το κοπέλι πλια ομπρός, πριν τον- ε-πάρομε το Δάσκαλο, μόνο το ‘χαμε άθαφτο! Τη-ν-ώρα που φτάναμε ‘κειδά το θάψαμενε και ύστερα πήραμενε το Δάσκαλο να τον-ε-πάμε στα Σφακιά, αλλά κατεβήκαμε λίγα μέτρα και πόθανενε κι αυτός. Εγιαείραμε και το-ν-εβάλαμε στο ίδιο μνήμα με το κοπέλι…»

Πηγή