Ήταν και είναι οι ήρωες της καθημερινότητας. Έξι χρόνια μετά εμείς τους θυμόμαστε;

Εάν η Ελλάδα το 2010 δεν χρεοκόπησε στη δραχμή και δεν έγινε Αργεντινή δεν το οφείλει μόνο στην τότε κυβέρνηση και τους πολίτες κατά κύριο λόγο το οφείλει σε 3 πολίτες που πλήρωσαν με τη ζωή τους την έξαρση της βίας.

Στις 5 Μαΐου, 6 χρόνια πριν, στην πρώτη κορύφωση της αντιμνημονιακής υστερίας, όταν η υπογραφή του μνημονίου σήμανε την ευκαιρία για την επανάληψη σε παρωδία του κινήματος του «Δεκέμβρη του ’08» αλλά με πρωταγωνιστές αυτή τη φορά νεοναζί, αριστεριστές, παραστρατιωτικούς, δεξιούς υπερπατριώτες, συνδικάλες, επαγγελματίες επαναστάτες, κλεφτρόνια και μπαχαλάκια. Ένα περίεργο αμάλγαμα αυτόνομων ομάδων που βρήκε την ευκαιρία να κάνει παιχνίδι σε βάρος των πολιτών, κρυμμένο ανάμεσα στους μπερδεμένους πολίτες.

Ένα κράμα από «αγωνισταράδες» που αν τους έβαζες όλους μαζί σε ένα γήπεδο θα πλακώνονταν μεταξύ τους, μέχρι να μη μείνει κανένας ζωντανός, γιατί για αυτούς οι εχθροί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Τις επόμενες ημέρες, μετά το σοκ της βίας και των 3 νεκρών από τα χέρια των αγωνισταράδων, οι διαδηλώσεις έγιναν περισσότερο ειρηνικές, περισσότερο βουβές, οι πολίτες έμειναν μετέωροι ανάμεσα στη βία και την αλήθεια της χρεοκοπίας, ξεχώρισαν από το πλήθος της βίας, και οι περισσότεροι επέλεξαν και πάλι την ειρήνη, τον καθημερινό αγώνα για το σύνολο της κοινωνίας των πολιτών και τον ορθολογισμό. Από τους 8 εργαζόμενους στην τράπεζα οι 5 σώθηκαν, αλλά οι 3 εγκλωβίστηκαν στο κτίριο και πέθαναν από ασφυξία από τον εμπρησμό του χώρου εργασίας τους.

Στα μέσα Δεκεμβρίου 2015 είχε οριστεί η δίκη για 2 στοχοποιημένους συνήθεις ύποπτους για τον εμπρησμό στον Ιανό (που από τύχη δεν κάηκε κανείς) και στη Μarfin. Και οι 2 αρνούνται την εμπλοκή τους. Υποστηρίζουν ότι είναι αθώοι. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο εις βάρος τους. Μόνο ανώνυμα σημειώματα και άσχετες φωτογραφίες. Σε αυτές τις συνθήκες και εφόσον η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποδείξει τυχόν ενοχή τους, οφείλουμε να τους πιστέψουμε όλοι. Είναι κραυγαλέα άδικο να καταδικαστούν για κάτι που δεν έχουν κάνει. Είναι κραυγαλέα άδικο να διώκονται κάποιοι μόνο και μόνο γιατί δηλώνουν αναρχικοί. Είναι κραυγαλέα άδικο η πολιτεία να κατασκευάζει ακόμη ενόχους, όταν δεν μπορεί να τους εντοπίσει.

Πέρα των άγνωστων φυσικών αυτουργών, οι ένοχοι της δολοφονίας των 3 εργαζόμενων είναι όσοι δεν επέτρεπαν στα οχήματα της πυροσβεστικής να πλησιάσουν, όσοι υποστήριξαν τη βία και τα πλιάτσικα για να κάνουν την «επανάστασή» τους, όσοι κρύβονταν πίσω από τους κουκουλοφόρους. Οι ένοχοι είναι αυτοί που ενώ έσφιγγαν τα πανό της πορείας που πέρναγε, φώναζαν στους εγκλωβισμένους εργαζόμενους «καλά να πάθετε, απεργοσπάστες». Ένοχοι είναι και αυτοί που όταν οι εγκλωβισμένοι φώναζαν από το μπαλκόνι του κτιρίου «όχι έτσι, ρε παιδιά. Θα καούμε ζωντανοί», τους απάντησαν «να καείτε, μουνάκια».

Οι ένοχοι δεν είναι μόνο οι βλαμμένοι που έριξαν τις μολότοφ, ένοχοι είναι και αυτοί που χωρίζουν τη βία σε καλή και κακή, σε βία δική μας και δική τους, αυτοί που περιμένουν να μάθουν πρώτα ποια είναι τα θύματα για να ξέρουν αν θα καταδικάσουν ή όχι τους δράστες. Οι ένοχοι είμαστε εμείς. Όταν εσύ πετάς πέτρες, κάποιος άλλος σαν εσένα θα πετάξει μολότοφ. Όταν φωνάζεις να καεί η τράπεζα, κάποιος θα την κάψει μαζί με όσους είναι μέσα. Όταν εσύ θεωρείς βία τα μνημόνια, κάποιοι άλλοι θεωρούν βία τους πρόσφυγες. Πριν ήταν ο Χαμίντουλα και η αδελφή του η Φερστέ και η ορφανή βόμβα στα σκουπίδια. Παράπλευρες απώλειες. Μετά ήταν οι 3 εργαζόμενοι στη Μarfin. Εργάζονταν σε τράπεζα! (Άσχετο. Όποιος θέλει να μάθει από την ισπανική ιστορία για την έκδοση νομίσματος από «αναρχικές» τράπεζες, σελ. 70-76 στο «The Anarchist Collective»)  Όταν εσύ θεωρείς βία τη λογική, κάποιοι θα τρέφονται από το παράλογο σκοτεινό μίσος τους. Ένοχοι είναι όσοι αμετανόητοι πέρσι γιόρταζαν τον εμπρησμό της Αthens Voice γιατί δεν γουστάρουν τα κείμενά της.

Ένα χρόνο μετά τη Μarfin ήρθαν οι αγανακτισμένοι ως κάτι ειρηνικό και διαφορετικό. Για λίγες ημέρες μόνο. Γιατί σύντομα παραχώρησαν τις θέσεις τους στους κομματικούς εγκάθετους που μοιράζονταν την πλατεία μαζί με τους χρυσούς ναζί. Και σύντομα επέστρεψαν οι κρεμάλες, οι μολότοφ, τα δακρυγόνα, οι χιλιάδες «αυτοκτονίες θύματα» του μνημονίου, οι προδότες, οι γερμανοτσολιάδες, να καεί να καεί το μπουρδέλο η Βουλή. Η ζωή συνεχίστηκε. Όλοι έγιναν κυβέρνηση. Και όλοι έδειξαν το πλούσιο ταλέντο τους στις κωλοτούμπες. Η μυθολογία του ηρωικού αντιμνημονιακού αγώνα συνεχίστηκε. Οι 3 δολοφονίες στη Μarfin ξεχάστηκαν. Κανείς από τους δολοφόνους δεν ένιωσε τόσο μεγάλες τύψεις, κανείς δεν είχε την ανδρεία να δηλώσει την ενοχή του και να παραδοθεί από μόνος του.

Το χειρότερο ήταν η απόπειρα κουκουλώματος και αποσιώπησης της δολοφονίας των 3 εργαζόμενων από τους αγωνισταράδες. Ήταν προβοκάτσια, ήταν μπάτσοι που έριξαν τις μολότοφ, ήταν ο Βγενόπουλος που τους έκαψε, φταίει η τράπεζα που δεν είχε μέτρα πυρασφάλειας. Ό,τι να ’ναι. Όπως πάντα. Η ευθύνη στους άλλους. Στους εξωγήινους. Όπου βολεύει να μην αμαυρωθεί ο αγώνας του συνδικάλα, να μην κοπεί το επίδομα κεραίας, να μην κοπεί το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης, να μην κοπεί το επίδομα εκτός έδρας. Ποτέ να μην παραδεχτούμε τη μαλακία, ότι αν ρίχνεις μολότοφ να καεί ένα κτίριο, παίζει να είναι μέσα και μερικοί εγκλωβισμένοι και να καούν ζωντανοί. Ότι το έγκλημα του εμπρησμού ενός κτιρίου μπορεί να γίνει έγκλημα δολοφονίας εργαζόμενων. Νομοτελειακά θα συμβεί. Το αντιμνημόνιο πέθανε και αυτό. Κανείς από τους αγωνισταράδες δεν ένιωσε τόσο μεγάλες τύψεις, κανείς δεν είχε την ανδρεία να δηλώσει ότι μας δούλευαν, ότι πουλούσαν «πάλη και αγώνες» για να αγοράσουν καρέκλες εξουσίας. Αυτοί που φώναζαν να καεί το μπουρδέλο η Βουλή είναι πια μέσα στη Βουλή και πληρώνονται από τους πολίτες ως «αντισυστημικοί» βουλευτές.

Το νήμα της ζωής των 3 εργαζόμενων κόπηκε βίαια. Ελάχιστοι τους θυμόμαστε. Ελάχιστοι έχουμε καταλάβει την καθοριστική συμβολή τους στη μάχη της λογικής με το παράλογο. Πέρσι βγήκαν τα κάγκελα από την πλατεία, τα έβγαλαν αυτοί που τα έβαλαν. Πιο πριν έφυγαν οι αγανακτισμένοι, έγιναν βουλευτές με τα κόμματά τους. Οι 3 δολοφονηθέντες δεν έγιναν τραγούδια, δεν έγιναν πορείες, δεν έγιναν δρόμοι, δεν έγιναν «ήρωες», δεν έγιναν στεφάνια με λουλούδια, δεν έγιναν συνθήματα σε τοίχους, δεν έγιναν τατουάζ και μπλουζάκια t-shirt. Οι 3 νεκροί δεν θα ηρωοποιηθούν από γελοίους επαναστάτες της μερέντας. Ήταν και είναι οι ήρωες της καθημερινότητας. Δεν θα γίνουν οι «νεκροί της ΕΡΤ». Θα ζήσουν στην μνήμη ελάχιστων και θα σβήσουν στις σελίδες του βωβού εμφύλιου του μνημόνιου-αντιμνημόνιου. Αν και το αντιμνημόνιο τελικά δεν υπήρξε ποτέ, ήταν η απάτη της επιθυμίας να είμαστε εμείς οι υπογράφοντες κυβερνώντες.

Υπήρξε μια στιγμή που θα μπορούσε να τα αλλάξει όλα, και χάθηκε. Μπορεί οι βλάκες που έριξαν τις μολότοφ να νόμιζαν ότι αγωνίζονται και αλλάζουν τον κόσμο, αλλά όταν συνειδητοποίησαν ότι μέσα υπήρχαν άνθρωποι δείλιασαν να μπουκάρουν στην τράπεζα να σώσουν οι ίδιοι όσους εγκλωβίστηκαν. Ήταν η στιγμή που η θρασυδειλία των αγωνισταράδων μετρήθηκε και επέλεξαν να γλιτώσουν οι ίδιοι τη φυλακή, από το να προσπαθήσουν να γλιτώσουν αυτούς που έκαψαν. Αντί να διορθώσουν το τραγικό λάθος τους, να πιάσουν 3 πυροσβεστήρες, να τους φορέσουν τις μάσκες τους να αναπνεύσουν, κρύφτηκαν και τους άφησαν να πεθάνουν. Και δείλιασαν ξανά μετά όταν συνειδητοποίησαν τι έκαναν, αντί να παραδοθούν με γενναιότητα κρύφτηκαν και πάλι. Οι ήρωες είναι οι καθημερινοί συνοδοιπόροι μας στη λογική. Όχι όσοι νομίζουν ότι είναι «ήρωες» και ότι «πολεμούν» για εμάς. Οι ήρωες είναι οι καθημερινοί συνοδοιπόροι μας στη λογική. Μετράμε 3 λιγότερους ανάμεσά μας.

Για να μας θυμίζουν ότι η επανάσταση είναι κάτι που γίνεται κάθε ημέρα από ανθρώπους σαν και εμάς. Και οι δειλοί αγωνισταράδες κοιτάνε αποκλειστικά την πάρτη τους και δεν αναλαμβάνουν ποτέ τις ευθύνες τους. Ούτε όταν είναι να σώσουν αυτούς για τους οποίους υποτίθεται αγωνίζονται. Άλλοι επιλέγουν τις μολότοφ, άλλοι τα έδρανα της Βουλής, αλλά είναι ίδιοι.