Τo 1931, oι αμερικανικές αρχές κατηγορούν τον Αλ Καπόνε για φοροδιαφυγή, σημαίνοντας την αρχή του τέλους για την «καριέρα» του διάσημου κακοποιού. Ο μαφιόζος…
καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλακή και πρόστιμο 50.000 δολαρίων και οδηγήθηκε στις φυλακές της Ατλάντας και στη συνέχεια στο διαβόητο Αλκατράζ από όπου βγήκε τελικά το 1939 λόγω προβλημάτων υγείας…

Το όνομα του έγινε το σύμβολο του απόλυτου μαφιόζου, ενώ έγινε ο αγαπημένος των λαϊκών θρύλων, αντικείμενο δεκάδων βιβλίων, μελετών και άρθρων και έχει αποτελέσει το πρότυπο για δεκάδες «κακούς» της μεγάλης οθόνης.

Ο Alphonse Capone γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1899 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Όταν αποβλήθηκε από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε τότε, στα 14 του, αποφάσισε να μην επιστρέψει στα θρανία και αρχίζει να κάνει διάφορες εργασίες, από υπάλληλος σε ζαχαροπλαστείο έως σε κέντρα μπόουλινγκ και βιβλιοδετείο. Την εποχή εκείνη, γνωρίζει τον μαφιόζο «Papa Johnny» Torrio, ο οποίος γίνεται ο μέντορας του νεαρού Al.

Έγινε αρχικά μέλος άκακων νεανικών συμμοριών και στη συνέχεια μεταπήδησε στην περιβόητη εγκληματική οργάνωση Five Points Gang. Ο μαφιόζος Frankie Yale προσέλαβε τον Capone στο music hall «Harvard Inn», στο Coney Island, όπου και φέρεται να απέκτησε τις τρεις ουλές στο πρόσωπο που του χάρισαν το παρατσούκλι «Σημαδεμένος». Ο Capone φέρεται να προσέβαλε άθελά του μια εργαζόμενη και έτσι ήρθε χέρια με τον αδερφό της, Frank Gallucio. Παρά την παρεξήγηση, στο μέλλον ο Capone προσέλαβε τον Gallucio ως σωματοφύλακα του, ενώ ερωτηθείς για τις ουλές δήλωνε ότι πρόκειται για «τραύματα από τον πόλεμο».

Στο τέλος του 1918, μετά τη γέννηση του πρωτότοκού του και το γάμο του με τη μητέρα του βρέφους, Mae Josephine Coughlin, ο 21 ετών Capone μετακομίζει στο Σικάγο, μόνος αρχικά, για να τον ακολουθήσει η οικογένειά του αργότερα. Ο λόγος που έκανε τον Capone να φύγει για το Σικάγο ήταν η πρόσκληση του Johnny Torrio αλλά και το γεγονός ότι είχε ήδη δολοφονήσει δυο άτομα και διεξαγόταν έρευνα. Εκεί, γρήγορα ανελίχθηκε στην ιεραρχία, κερδίζοντας εύσημα για την ευφυία αλλά και την σκληρότητά του.

Μέχρι το 1925, μετά τη δολοφονία του Torrio, έγινε ο ηγέτης μιας από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις του Σικάγο, με τις «επιχειρήσεις» του να περιλαμβάνουν λαθρεμπόριο αλκοόλ, εκβιασμούς καταστημάτων, πορνεία, στοιχήματα, κ.α. ενώ αναφέρεται ότι είχε ετήσιο εισόδημα 100.000.000 δολάρια.

Ενώ οι απόπειρες κατά του Capone δεν είχαν ποτέ επιτυχία, ο ίδιος ήταν περισσότερο από ικανός στις εκτελέσεις, αφού είχε εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών που περιλάμβανε από πιτσιρίκους της γειτονιάς έως αστυνομικούς, οι επιχειρήσεις ήταν γρήγορες, αποτελεσματικές και ο ίδιος είχε πάντοτε άλλοθι. Από τα πιο διάσημα εγκλήματά του είναι η «σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου», όταν στις 14/2/1929 οι άντρες του Capone εκτέλεσαν 7 αντίπαλους μαφιόζους σε ένα γκαράζ. Ως συνήθως, ο Capone είχε άλλοθι: ήταν στη Φλόριντα.

Ο Capone δεν δικάστηκε για τα περισσότερα εγκλήματά του. Μάλιστα, την πρώτη φορά που μπήκε στη φυλακή, στο 1929, ήταν απλά για οπλοφορία. Τον επόμενο χρόνο το όνομά του κατέλαβε την πρώτη θέση στη λίστα των χειρότερων εγκληματιών και έγινε ο «Δημόσιος Κίνδυνος Νούμερο Ένα» του Σικάγο.

Παρόλο που διέταξε δεκάδες δολοφονίες και δεν έκανε λίγες και ο ίδιος στη ζωή του, συχνά, αναφέρουν οι βιογράφοι του, φερόταν δίκαια και γενναιόδωρα – μάλιστα ήταν ο πρώτος που άνοιξε «soup kitchens» που πρόσφεραν δωρεάν γεύματα, με το ξέσπασμα της κρίσης του 1929, ενώ είχε δώσει εντολές σε εμπόρους να δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη τρόφιμα και ρούχα, με δικά του έξοδα.

Η κυβέρνηση θέλησε να παγιδεύσει τον Capone με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και για φοροδιαφυγή:ο Capone δεν είχε τίποτα στο όνομά του και δεν υπέβαλλε ποτέ δήλωση εισοδήματος. Ο πράκτορας Frank Wilson πέτυχε πρόσβαση σε κάποιες αποδείξεις που ανέφεραν το όνομα του μαφιόζου και αποδείκνυαν ότι πράγματι είχε εισόδημα, από κέρδη στον τζόγο, και έτσι βρέθηκε η αφορμή για να καταδικαστεί ο Al Capone για πρώτη φορά.

Το 1931, καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή των ετών 1925-1929 ενώ κατηγορήθηκε για πλημμέλημα για την μη υποβολή φορολογικής δήλωσης τα έτη 1928-1929. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο περιβόητος μαφιόζος χρωστούσε στο κράτος 215.080 δολάρια από τα κέρδη του στο τζόγο. Επιπλέον, προστέθηκε και τρίτη κατηγορία για συνωμοσία με σκοπό την παραβίαση του νόμου περί ποτοαπαγόρευσης, τα έτη 1922-1931. Ο Capone δήλωσε ένοχος, υποθέτοντας ότι θα λάμβανε επιείκεια και θα γινόταν κάποιος συμβιβασμός.

Υπολόγιζε όμως χωρίς τον δικαστή James H. Wilkerson, ο οποίος ήταν ανένδοτος και δεν είχε σκοπό να προβεί σε κανένα συμβιβασμό. Ο Capone άλλαξε την δήλωσή του σε «αθώος» και επιχείρησε να δωροδοκήσει τους ενόρκους – όμως ο δικαστής άλλαξε τελευταία στιγμή τη σύνθεση του σώματος των ενόρκων. Εν τέλη, ο Al Capone καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κάθειρξης σε ομοσπονδιακή φυλακή και ένα χρόνο σε επαρχιακή φυλακή, ενώ του επιβλήθηκε πρόστιμο 50.000 δολαρίων καθώς και η καταβολή των εξόδων της δίκης.

Τον Μάϊο του 1932 ο Capone εστάλη στη φυλακή της Ατλάντα, την σκληρότερη ομοσπονδιακή φυλακή, όπου κατάφερε ωστόσο να ζει πολύ άνετα. Όταν μαθεύτηκε ότι τελικά καλοπερνούσε στην Ατλάντα, εστάλη στο διαβόητο Αλκατράζ όπου δεν μπορούσε να επηρεάσει κανέναν – ούτε καν να μάθει τι γινόταν στον έξω κόσμο. Προκειμένου να μειώσει την κάθειρξη του, μετατράπηκε στο πρότυπο του καλού κρατούμενου, αρνούμενος να συμμετάσχει σε εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες. Στο Αλκατράζ εκδήλωσε και τα πρώτα σημάδια νευρικής σύφιλης και ως αποτέλεσμα, εξέτισε το υπόλοιπο αυτής της ποινής στο αναρρωτήριο.

Το 1939, οδηγήθηκε στο Terminal Island για να εκτίσει την ποινή 1 έτους απ’ όπου απελευθερώθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1939. Ελεύθερος πια αλλά με φθίνουσα πνευματική και σωματική υγεία, λόγω της σύφιλης, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ήσυχα στο σπίτι του στο Palm Island. Στις 21 Ιανουαρίου του 1947, υπέστη αποπληκτικό επεισόδιο, τρεις μέρες μετά προσβλήθηκε από πνευμονία και στις 25 Ιανουαρίου πέθανε, ύστερα από καρδιακή προσβολή.