Η ελάφρυνση του χρέους που αποφασίστηκε να συζητηθεί στο Eurogroup της 9ης Μαΐου είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία…
της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Αν δεν υπάρξει άμεσα κάποια θετική εξέλιξη ούτως ώστε να καταστεί βιώσιμο το χρέος “βουνό” των 321 δισ. ευρώ που πνίγει την Ελλάδα, τότε τα μέτρα-λαιμητόμος που λαμβάνονται με τα δύο νομοσχέδια, το ασφαλιστικό και το φορολογικό προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση θα οδηγήσουν σύντομα σε πολιτικές εξελίξεις.

Το Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται να τα δίνει όλα με στόχο να υπάρξει μία ελάφρυνση του χρέους, καθώς σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα θα μπορούσε να βγει στις αγορές που θα εξασφάλιζαν και την ανάπτυξη της χώρας. Όσο το χρέος δεν κρίνεται βιώσιμο η χώρα δεν μπορεί να ανακάμψει και να επιστρέψει στις αγορές.

Όταν όμως λέμε πώς η κυβέρνηση τα δίνει όλα τα δίνει πραγματικά, αφού με την οικονομία στα τάρταρα, τα μέτρα των 5,4 δισ. ευρώ που λαμβάνονται θα την βυθίσουν ακόμη περισσότερο, ενώ έρχεται σε αυτά να προστεθεί και το πακέτο των προληπτικών μέτρων των 3,5 δισ. ευρώ που έχει ήδη συμφωνηθεί να υλοποιηθούν. Η μόνη διαφορά μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών είναι ο τρόπος.

Η κατάσταση πάντως παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη και όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, καθ’ ότι μπορεί οι δανειστές να δεσμεύτηκαν να συζητήσουν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους στο Eurogroup της 9ης Μαΐου, αλλά η κυβέρνηση κινδυνεύει να πάρει μία γενική υπόσχεση (αφού η όποια απόφαση για το χρέος θα αφορά μετά το 2023) και να την “πληρώσει” με 9 δισ. ευρώ.

Συγκεκριμένα λοιπόν, στο χθεσινό Euroworking Group διαπιστώθηκε ότι η διαπραγμάτευση για τα νέα μέτρα των 9 δισ. βρίσκεται σε οριακό σημείο και αυτό που απομένει για να κλείσει η συμφωνία ως προς αυτά σε κάποιο από τα επόμενα Eurogroup (με πιθανότερο της 24ης Μαΐου) είναι να κριθεί αν θα οριστικοποιηθούν από τώρα τα πρόσθετα προληπτικά μέτρα των 3,6 δισ. με αναλυτική λίστα που θα ψηφιστεί από τώρα, ή αν η κυβέρνηση θα θέσει απλώς το περίγραμμα των περικοπών.

Οι δανειστές δεν δέχονται να δώσουν «λευκή επιταγή» στην κυβέρνηση για το ποια μέτρα θα ενεργοποιήσει και πότε, αλλά ζητούν να περικοπούν και «ανελαστικές» δαπάνες, όπως μισθοί και συντάξεις. Και πιέζουν όσο μπορούν στην κατεύθυνση αυτή για να δέσουν, όπως και λέει και ο λαός τον γάιδαρο τους αναφορικά με την ελάφρυνση του χρέους.

Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει τα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ να συμφωνήσουν σε πάρα πολλές παραμέτρους, όπως το ύψος των πληρωμών για δάνεια ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ύψος των επιτοκίων από τον ESM, η χρονική διάρκεια του «παγώματος» των επιτοκίων.

Μια τέτοια συζήτηση δύσκολα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε 15-20 μέρες, ως το Eurogroup της 24ης Μαΐου ή ως τα τέλη του μηνός. Για το λόγο αυτό, πηγές κοντά στην διαπραγμάτευση διαβλέπουν ως ενδεχόμενο ότι, προκειμένου να μην φτάσει ο Ιούνιος και απομένει ανοιχτή η αξιολόγηση, η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει αποδεκτή μια «συμφωνία κυρίων» με τους Ευρωπαίους πως η συζήτηση για τον τρόπο ελάφρυνσης του χρέους θα μπορεί να συνεχιστεί, ακόμα και μετά την αξιολόγηση.

Αυτό σημαίνει πως όσο η κυβέρνηση θα τηρεί με σοβαρότητα και ευθύνη τις δεσμεύσεις της, οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ θα προχωρούν στην εξειδίκευση των αλλαγών στο δανειακό πρόγραμμα.

Μια επαναβεβαίωση της δέσμευσης των δανειστών για ελάφρυνση χρέους, όπως εκείνης του Νοεμβρίου του 2012, σε συνδυασμό με την ανακοίνωση διαδικασίας και του χρονοδιαγράμματος που θα οδηγεί σε τελικές αποφάσεις, μπορεί να σημαίνει πολλά για την κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με την οικονομική ασφυξία και βεβαίως τις πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις.

Η κυβέρνηση θα ήθελε ένα σαφή προσδιορισμό του κατάλληλου ύψους πληρωμών στα επόμενα χρόνια, για να θεωρείται βιώσιμο το χρέος και προνομιακά χαμηλά επιτόκια επί του επίσημου (διακρατικού) χρέους για δεκαετίες. Κι αυτά βεβαίως διότι οι δανειστές με πρώτο το Βερολίνο επ’ ουδενί δέχονται “κούρεμα” του χρέους.

Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση θέλει να περάσει το 2016 χωρίς μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, ευελπιστώντας ότι δεν θα χρειαστεί να καταφύγει στα πρόσθετα μέτρα των 3,5 δισ. ευρώ.

Για το λόγο αυτό, επικαλείται και την άποψη της Κομισιόν ή και άλλων ευρωπαϊκών κρατών (Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία) που δεν θέλουν να υπάρξει «κακό προηγούμενο» με προληπτική νομοθέτηση μέτρων, καθώς θα μπορούσαν και αυτές να βρεθούν αντιμέτωπες με έναν τέτοιο κίνδυνο αργότερα.