Γράφει ο Γεράσιμος Ταυρωπός
Ενώ το πανελλήνιο έχει στρέψει την προσοχή του στα «πακέτα»…
μέτρων 5,4 + 3,6 δισ. ευρώ και στις πολιτικές εξελίξεις που εγκυμονεί η διακοπή των διαπραγματεύσεων, μια μεγάλη αλήθεια λάμπει πίσω από τις εξελίξεις του προσκηνίου: όλα εν τέλει τα σφραγίζει το χρέος, όλα γίνονται για το χρέος, εξαιτίας του χρέους ή με αφορμή το χρέος. Κι όμως, το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται σαν ο παθητικός παράγοντας στις εξελίξεις, ενώ όσον αφορά την περιλάλητη, πολυαναμενόμενη και μονίμως καθυστερούσα στα «ιστορικά» ραντεβού νέα αναδιάρθρωση -ή, πιο… τρυφερά, «ελάφρυνση»- του ελληνικού κρατικού χρέους, συντηρείται στο δημόσιο λόγο μια διαδεδομένη πλάνη: ότι (θα) πρόκειται για «δωράκι» των δανειστών προς την Ελλάδα, ένα είδος επιβράβευσης στο βαθμό που πετύχει τους στόχους του ελληνικού προγράμματος για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Κι όμως, πρόκειται περί διαδεδομένης πλάνης, που απλώς συντηρεί ή καλλιεργεί στους πολίτες αισθήματα στο γνωστό από την ψυχολογία δίπολο «αναγνώριση – επιβράβευση ή απόρριψη – τιμωρία».

Θεωρώντας το ζήτημα του χρέους μια διαπιστωμένη «πληγή» για την οποία έχουν γραφτεί ή ειπωθεί σχεδόν τα πάντα, δεν συνηθίζεται να επανερχόμαστε σε αυτό, με αποτέλεσμα καμία νέα γνώση να μην προστίθεται αλλά αντίθετα να ανθούν οι επικοινωνιακές και επιδερμικές αναφορές.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από το βασικό: κανείς στο σκληρό κόσμο που ζούμε δεν χαρίζει σε άλλον λεφτά που του έχει δανείσει. Αυτό που τίθεται σε συζήτηση είναι ότι, σε περιπτώσεις χρεοκοπιών, ο δανειστής αρχίζει να κάνει υπολογισμούς τι τμήμα των χρημάτων που έχει δανείσει στον χρεοκοπημένο μπορεί να ελπίζει ότι θα πάρει πίσω. Αν αυτό ισχύει για τα χρέη μεταξύ φυσικών προσώπων, στην περίπτωση των κρατών παίρνει ιδιαίτερη μορφή: το κράτος που χρεοκοπεί, συνεχίζει να υπάρχει, σε αντίθεση με έναν ελεύθερο επαγγελματία ή μια εταιρεία, που «καταργούνται» ως τέτοιοι ύστερα από μια χρεοκοπία. Η συνέχιση της ύπαρξης του κράτους και μετά τη χρεοκοπία, «υπόσχεται» ότι μπορεί να αποπληρώσει στο μέλλον ό,τι δεν μπορεί να αποπληρώσει στο παρόν.

Αλλά, σε αυτό το σημείο, αρχίζουν περίπλοκοι υπολογισμοί, αφού και οι πέτρες ξέρουν ότι ο βαθμός της μελλοντικής ικανότητας του κράτους να αποπληρώσει χρέος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που δεν μπορούν να εκτιμηθούν από πριν με ακρίβεια. Εξαρτάται πρώτα από τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας του όπως αποτυπώνονται στην πορεία του ΑΕΠ, εξαρτάται από το ισοζύγιο του προϋπολογισμού του, εξαρτάται και από πολιτικούς παράγοντες. Αν εξαιρέσουμε τους ρυθμούς ανάπτυξης και το ΑΕΠ, οι άλλοι δύο παράγοντες, δηλαδή το ισοζύγιο του προϋπολογισμού (έλλειμμα ή πλεόνασμα) και οι πολιτικοί παράγοντες, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν έστω και κατά προσέγγιση: ποιος μπορεί να εκτιμήσει τι θα συμβεί όχι σήμερα και αύριο ή σε μερικά χρόνια, αλλά σε μια περίοδο πολλών δεκαετιών στην οποία εκτείνεται η αποπληρωμή του ελληνικού χρέους; Θα υπάρχουν Ευρωζώνη και Ε.Ε.; Πώς θα κυβερνάται η Ελλάδα; κ.λπ. κ.λπ.

Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για μια αναδιάρθρωση χρέους που θα μεταθέσει ακόμη περισσότερο την περίοδο αποπληρωμής του ελληνικού χρέους στα… βάθη του 21ου αιώνα, η όποια ελάφρυνση όχι μόνο δεν είναι κάποιου είδους «δωράκι», αλλά αντίθετα είναι ο βασικός λόγος των «βασανιστηρίων» με τα διαδοχικά «πακέτα» μνημονιακών μέτρων αλλά και αμετάθετος λόγος για νέες επιβαρύνσεις.

Μια επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής του χρέους (είτε με νέα περίοδο χάριτος είτε χωρίς αυτήν) και μείωση επιτοκίου, όχι μόνο δεν θα χαλαρώσει την πίεση των δανειστών, αλλά την κάνει ακόμη πιο έντονη, για τον εξής απλό λόγο: ότι αφού δεν μπορούν να ορίσουν τι θα συμβεί στο απώτερο μέλλον, θα γίνουν πολύ πιο σκληροί στις απαιτήσεις τους για όλο το… ορατό διάστημα -τουλάχιστον της επόμενης δεκαετίας- για τους εξής λόγους:

Διότι έχουν κάθε λόγο να θέλουν να μην προκύψει ξανά ζήτημα βιωσιμότητας του χρέους στο διάστημα από τώρα και μέχρι το 2025, πέρα από το οποίο θα ισχύσει η νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Η πικρή αλήθεια που κανείς δεν ομολογεί είναι πως οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα θα επεκταθούν και πέραν του 2018, τουλάχιστον μέχρι και το 2025 – μέσα από κυλιόμενα τριετή μεσοπρόθεσμα.

Διότι πολύ λογικά σκέφτονται πως μπροστά σε ένα άδηλο απώτερο μέλλον σημασία έχει τι μπορούν να κερδίσουν τώρα, στο άμεσο διάστημα, την επόμενη δεκαετία από την «υπόθεση Ελλάδα». Πώς; Μέσα από τη διαδικασία «απαλλοτρίωσης» εθνικών assets. Αυτός είναι ο λόγος που δίνουν έμφαση στο «υπερταμείο» όπου θα μεταβιβαστεί η δημόσια περιουσία και επιμένουν ασφυκτικά να ανοίξει αμέσως η αγορά των «κόκκινων» δανείων και να δραστηριοποιηθούν σε αυτήν τα distress funds.

Αντί για «δωράκι», η πικρή αλήθεια είναι πως η ελάφρυνση του χρέους είναι «καρμανιόλα» και σημαίνει αφενός την «επιτήρηση του μέλλοντος» με διαρκή μνημόνια και την «εκκαθάριση» εθνικών περιουσιακών στοιχείων για την τωρινή και μελλοντική εξυπηρέτηση του χρέους.

Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, αντιλήφθηκε, έστω και αργά, αυτή την αλήθεια, με το μαστίγιο του «προληπτικού» πακέτου. Αν θα περάσει ή όχι με επιτυχία κι αυτόν τον «κάβο», είναι μια άλλη συζήτηση.
Πηγή