Η εγκατάλειψη παρέσυρε και τους εορτασμούς αλλά και την τέλεση…
των βαφτίσεων στο ξωκλήσι του Τιμίου Σταυρού στον κρασοπαραγωγικό «Μπομπόρη» του οικισμού των ολιγάριθμων Δαριβιανών του Σπηλίου! Καλλιεργούν ελάχιστοι ακόμη, και οι περισσότερες εκτάσεις… παραδόθηκαν στα κοπάδια των βοσκών ή έμειναν στην απαξία και πωλήθηκαν όπως-όπως για να γίνουν βοσκότοποι… Τώρα ούτε τρύγος ούτε πόλεμος! Η μετανάστευση, δυστυχώς, στα κοντινά ή μακρινά αστικά κέντρα, παγίωσε νέες αντιλήψεις μικροαστισμού και «ξερίζωσε» μνήμες και αξίες που μεταδόθηκαν αλλά δεν στέριωσαν.

Δεν θυμάται «βάφτιση πολλά χρόνια στου «Μπομπόρη» και στον Τίμιο Σταυρό», η Αφροδίτη Λαγουδάκη παλαιά κάτοικος των Δαριβιανών, που με συγκίνηση αναπολεί τα μεγάλα πανηγύρια και τα ιερά μυστήρια, πρωτίστως των βαφτίσεων, που τελούνταν συχνάκις στο έρημο εκκλησάκι και έμειναν ως σημαντικά γεγονότα στην τοπική κοινωνία και πλατύτερα.τίμιος σταυρός δαριβιανά εκκλησία σπήλι
ΒΑΦΤΙΣΕΙΣ ΤΩΝ… ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ

 Μα οι πολλοί στην περιοχή φέρνουν με νοσταλγία στη θύμησή τους το καλοκαίρι του 1984 τη… δημοσιογραφική βάφτιση με αναδόχους τον Γιάννη Κανελλάκη και τη γιατρό Νίκη Ζακοπούλου.

Η νεοφώτιστη έλαβε το όνομα Κατερίνα και ως ήταν αναμενόμενο, ακολουθώντας τους επαγγελματικούς βηματισμούς πατέρα και νονού, συνεχίζει από το ίδιο μετερίζι.  Αλλά εκείνο το καλοκαίρι, πάντως, που χαρακτηρίστηκε και «καλοκαίρι δημοσιογραφικών βαφτίσεων», ο ρεπόρτερ Γιώργος Φιλιππάκης και η σύζυγός του Νίκη Ζακοπούλου, επέλεξαν το εκκλησάκι του Άη Νικόλα του Κουρταλιώτη στο ομώνυμο φαράγγι στα νότια του Ρεθύμνου και βάφτισαν την κόρη τους Λήδα.

τίμιος σταυρός δαριβιανά εκκλησία σπήλι
Ο χρόνος ανέγερσης του μικρού ναού και οι αιτίες επιλογής του χώρου δεν έχουν γίνει γνωστά, ωστόσο, ηλικιωμένοι άνθρωποι της περιοχής, με βαθιά θρησκευτική συνείδηση, επιμένουν και σήμερα ότι «το εκκλησάκι είναι θαυματουργό και πολλοί γονείς έκαναν τάμα να βαφτίσουν τα παιδιά τους εκεί»

Γι’αυτό, «κάνανε παλιά, που θυμούμαι, τακτικά βαφτίσεις στον Τίμιο Σταυρό και στη γιορτή του γινόταν μεγάλα πανηγύρια με πολλούς ανθρώπους από γύρω-γύρω», έχει στη μνήμη της η κυρία Λαγουδάκη. «Η περιοχή ήταν πάντοτε γεμάτη από ανθρώπους που καλλιεργούσαν τα αμπέλια τους, όπως ο μακαρίτης ο τίμιος σταυρός δαριβιανά εκκλησία σπήλιΛευτέρης ο Μιαούλης από το Σπήλι, που κάθε χρόνο είχε υψηλή παραγωγή κρασιού από τις μεγάλες εκτάσεις που καλλιεργούσε… Εκεί ήταν και εμένα η ζωή μου κάθε μέρα!»

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΗΤΑΝ… ΠΑΡΑΠΤΩΜΑ

Όμως, συνέβαινε και το εξωπραγματικό αλλά επιβαλλόμενο από τα… χρηστά ήθη της συντήρησης, που αφορούσε στη δίωξη κάθε αριστερού που παρέμενε στον χώρο του και δεν είχε… ανανήψει! Όταν, λοιπόν, το 1960, και το ’70 , δε διωκόταν με φυλακίσεις και εξορίες ο αείμνηστος οινοπαραγωγός Μιαούλης, γνωστός ιδεολόγος της Αριστεράς και απόλυτα προσηλωμένος στις πολιτικές του θέσεις, θα έπρεπε να παρατηρηθούν και να απειληθούν ακόμα και εκείνοι που του επέτρεπαν να τους επισκέπτεται!

Τούτο συνέβη και με τον καφετζή Γιάννη Λαγουδάκη: Τακτικά, ο σεμνός αντιστασιακός συνήθιζε, μετά τις επισκέψεις στους αμπελώνες του στου «Μπομπόρη» να εμφανίζεται στο καφενείο στα Δαριβιανά, και οι κινήσεις αυτές θεωρούνταν… παράπτωμα του καφεπώλη. Γι’ αυτό και «ο Δροσόπουλος διοικητής στο αστυνομικό τμήμα Σπηλίου καλούσε τον άντρα μου στη Χωροφυλακή και του ζητούσε εξηγήσεις γιατί του επέτρεπε να μπαίνει στο καφενείο». Ήταν μια πράξη που προκαλεί και σήμερα την οργή της Αφροδίτης Λαγουδάκη: «Κοίταξε να δεις πώς αντιμετώπιζε αυτούς τους ακέραιους και σοβαρούς ανθρώπους το Κράτος! Επειδή ήταν αριστερός και αξιόλογος δεν έπρεπε ούτε στα καφενεία να τον βάζουν…»

Εν πάση περιπτώσει! Ο πρώτος κάτοικος των Δαριβιανών, κατά πληροφορίες που δόθηκαν, είχε το επίθετο Δαρίβας και ίσως από αυτόν να έλαβε και το όνομα ο οικισμός. Ο πρώτος οικιστής βρήκε ιδανική για εγκατάσταση τη θέση του «Μπομπόρη», επειδή «εκεί ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακολούθησαν είχαν ανοιχτό ορίζοντα, και έβλεπαν ως τον Πρέβελη, και το κλίμα και οι προϋποθέσεις για να ζήσουν  ευνοούσαν». Μετά από χρόνια, άγνωστο πόσα, ο πληθυσμός μετακινήθηκε στα… πεδινά και σε κοντινή απόσταση, στη σημερινή περιοχή των βοσκοτόπων. Η αμπελοκαλλιέργεια, ωστόσο, παρέμεινε ως βασική πηγή επιβίωσης του πληθυσμού και παρέμεινε μια κατεξοχήν περιοχή παραγωγής κρασιού. Το προϊόν συνεχίζει να κρατάει τις ιδιότητές του έστω κι αν απασχολούνται μετρημένοι. Συνεχίζει, για τους γνωρίζοντες από οινογεύσεις, να είναι το περίφημο και «ξακουστό μπομποριανό κρασί».
Πηγή