Γράφει η Σοφία Βούλτεψη,
Η προσπάθεια που καταβάλλεται τον τελευταίο καιρό με αφορμή το ασφαλιστικό – φορολογικό νομοσχέδιο, σκοπό έχει…
να επιβάλει την «κυρίαρχη άποψη» σύμφωνα με την οποία η ένταξη των ασφαλιστικών οργανισμών στους οποίους υπάγονται οι 18.500 εργαζόμενοι στον χώρο της ενημέρωσης στο θνησιγενές Ταμείο «μαμούθ», αποτελεί «δίκαιη αντιμετώπιση μιας προνομιούχου τάξης».

Όπως κάθε φορά συμβαίνει, έτσι και τώρα καταβάλλεται προσπάθεια να στοχοποιηθούν οι λειτουργοί του Τύπου, ενώ είναι γνωστό ότι πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα εκατό το πολύ «επώνυμων», υπάρχουν χιλιάδες εργαζόμενοι, ηλικιωμένοι που έζησαν μέσα στο αντιμόνιο και νεότεροι που ζουν μέσα στην ανασφάλεια, καταβάλλοντας υπερβολικά μεγάλες κρατήσεις για τα Ταμεία τους, την ώρα που Κράτος και εργοδότες δεν κατέβαλαν ποτέ μία δραχμή ή ένα ευρώ.

Τέτοια στοχοποίηση δεν είχαμε δει ούτε τον καιρό της Κατοχής, ούτε τον καιρό της δικτατορίας.

Η ελευθερία του Τύπου, εμβληματική υπόθεση για τη Δημοκρατία, σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη δημιουργίας συνθηκών ασφάλειας και ανεξαρτησίας για τους λειτουργούς της ενημέρωσης.

Όταν, λοιπόν, μιλούμε για το ασφαλιστικό των δημοσιογράφων, δεν μιλούμε για ένα συντεχνιακό θέμα, αλλά για το μέσο υπεράσπισης της ελευθερίας του Τύπου και της προσωπικής ανεξαρτησίας του δημοσιογράφου.

Αυτή η ελευθερία και αυτή η ανεξαρτησία βασιζόταν πάντα στην αρχή ότι οι άνθρωποι της ενημέρωσης πρέπει να εργάζονται σε συνθήκες ασφάλειας. Να γνωρίζουν δηλαδή πως αν κάποιος απολυθεί λόγω των απόψεων ή της πολιτικής του θέσης, θα έχει τη σιγουριά ότι δεν θα του λείψει το φάρμακό του και θα έχει στο πλευρό του το σωματείο και το Ταμείο του.

Με το νομοσχέδιο στην ουσία καταργείται αυτόματα ο ΕΔΟΕΑΠ, δηλαδή το Ταμείο που παρέχει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την επικούρηση. Οι εργαζόμενοι στον Τύπο θα βρεθούν αυτόματα χωρίς καμιά επικουρική σύνταξη, αφού καταργείται ο βασικός (πλην των εισφορών του εργαζομένου) πόρος του που είναι το αγγελιόσημο (20% επί των διαφημίσεων).

Πρόκειται για στοχευμένη κίνηση, μέρος της γενικότερης προσπάθειας για την υποδούλωση των δημοσιογράφων.

Πανθομολογούμενη είναι η ανάγκη να μην εξαρτώνται οι δημοσιογράφοι και τα Ταμεία τους ούτε από την κρατική εξουσία, ούτε από την συχνά διαπλεκόμενη εργοδοσία τους, ώστε αυτοί να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους όσο το δυνατόν πιο απερίσπαστοι και να αποφεύγονται όσο το δυνατόν περισσότερο οι πιέσεις και οι εκβιασμοί με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης.

Τα φαινόμενα αυτά δεν αποφεύχθηκαν, ωστόσο η εξασφάλιση μιας αξιοπρεπούς περίθαλψης και σύνταξης τα περιόρισε σημαντικά.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατά περιόδους είχαν αναζητηθεί τρόποι για την εξασφάλιση αυτής της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων – πότε με το Λαχείο Συντακτών (που απαλλοτριώθηκε από τη χούντα) και πότε με το αγγελιόσημο (που έχει τις ρίζες του στην περίοδο της Κατοχής και επανήλθε μετά την απαλλοτρίωση του Λαχείου Συντακτών).

Το 1991 αγγελιόσημο επιβλήθηκε και στη διαφήμιση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, σε ποσοστό 21,5%.

Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους (και κυρίως από διάφορους «συνηγόρους» των διαφημιστικών εταιριών) είναι ότι οι διαφημιστές δεν έχουν καμιά δουλειά με το αγγελιόσημο.

Διότι το αγγελιόσημο δεν αποτελεί φόρο υπέρ τρίτων αλλά πόρο που θεσμοθετήθηκε με την εθελοντική εισφορά του εργοδότη επί της αξίας της διαφήμισης την οποία εισπράττει.

Δηλαδή, οι εργοδότες αποφάσισαν (σε συμφωνία με τους εργαζόμενους) αντί εργοδοτικής εισφοράς να μεταφέρουν ένα μέρος των κερδών τους από τις διαφημίσεις στα ασφαλιστικά Ταμεία.

Αυτό σημαίνει ότι οι διαφημιστές και οι διαφημιζόμενοι δεν εμπλέκονται πουθενά: Αυτοί πληρώνουν για να διαφημιστούν και οι ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης από τα δικά τους πλέον λεφτά διαθέτουν ένα μέρος όπως αυτοί αποφασίζουν.

Αν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι πληρώσουν λιγότερα χρήματα, λιγότερα θα είναι και τα χρήματα που θα διαθέσουν οι εργοδότες για τα Ταμεία. Το πόσα δε χρήματα καταβάλλουν για να διαφημιστούν ορίζεται βάσει των τιμολογίων.

Απόδειξη το γεγονός ότι όταν γίνεται απευθείας τιμολόγηση (χωρίς την παρεμβολή μεσαζόντων) το αγγελιόσημο αποδίδεται κατευθείαν στα Ταμεία από τους εργοδότες, χωρίς καμιά ανάμιξη διαφημιστών και διαφημιζομένων.

(Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαφημιστές είχαν αντιδράσει λυσσωδώς στο νόμο της κυβέρνησης Σαμαρά για απευθείας τιμολόγηση χωρίς μεσάζοντες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχουν εφαρμόσει αυτόν τον νόμο, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς ποιους θέλουν να εξυπηρετήσουν).

Πώς κατέληξε να έχουν λόγο οι διαφημιστές σε χρήματα που δεν τους ανήκουν (και να βρίσκουν πρόθυμους να τους υπερασπιστούν), υποστηρίζοντας πως το αγγελιόσημο επιβαρύνει τις τιμές των διαφημιζομένων προϊόντων;

(Κάτι που δεν ισχύει, καθώς, όπως είπαμε, διαφημιστές και διαφημιζόμενοι πληρώνουν αυτά που θα πλήρωναν, απλώς οι επιχειρηματίες του Τύπου αφαιρούν αυτό το ποσοστό από τα κέρδη τους).

Αυτό που συνέβη είναι ότι οι εργοδότες των δημοσιογράφων και των άλλων εργαζομένων στον Τύπο συνήθιζαν να μην αποδίδουν τα συμφωνημένα χρήματα στα Ταμεία, παραβιάζοντας τη συμφωνία.

Έτσι, το 1996, το Κράτος παρενέβη (ένα λάθος που προκάλεσαν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, πιστεύοντας ότι έτσι θα διασφάλιζαν τον συγκεκριμένο – και προερχόμενο από τους εργοδότες τους – πόρο) και ενέπλεξε τις διαφημιστικές εταιρίες στην απόδοση ενός πόρου που αποτελούσε συμφωνία μεταξύ άλλων μερών.

Πλέον, το αγγελιόσημο άρχισε να αποδίδεται στα Ταμεία από τις διαφημιστικές εταιρίες και όχι από τους εργοδότες (ενώ συνέχιζε να αποτελεί μέρος της συμφωνίας τιμολόγησης μεταξύ διαφημιστών και εργοδοτών). Ανατέθηκε δηλαδή στους διαφημιστές να κάνουν μια δουλειά που «απέφευγαν» οι εργοδότες.

Με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο μεγάλο ψέμα: Να υποστηρίξουν δηλαδή οι διαφημιστές ότι αυτά είναι χρήματα δικά τους, τα οποία δεν θα έδιναν (και, βέβαια, θα τα ενθυλάκωναν) αν δεν υπήρχε το αγγελιόσημο.

Έτσι άρχισε και όλη η παραφιλολογία περί «φόρου υπέρ τρίτων», ενώ απλώς πρόκειται για μια ανορθόδοξη ενδιάμεση λειτουργία, μια (επιπλέον είναι η αλήθεια) υπηρεσία που τους ανέθεσε το Κράτος.

Και την οποία θεώρησαν λαμπρή ευκαιρία για να υποστηρίξουν ότι μειώθηκαν τα κέρδη τους, υποστηρίζοντας αναληθώς ότι το αγγελιόσημο επιβαρύνει αυτούς.

Δεν θα αναφερθώ στις διάφορες ανορθόδοξες μεθόδους που ακολουθούνται σε όλη αυτή τη διαδικασία (συγκέντρωση χρημάτων διαφημιζομένων, διαφορές συμφωνίες και «επιστροφές»).

Αυτά είναι θέματα που θέλησε να αντιμετωπίσει η προηγούμενη κυβέρνηση και που η σημερινή σκόπιμα δεν αντιμετωπίζει.

Αναρωτιέται, όμως, κανείς αν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι θα μπορούσαν να διαφημίζουν τα προϊόντα τους αν δεν υπήρχαν τα μέσα ενημέρωσης.

Αναρωτιέται επίσης κανείς πώς θα υπήρχαν μέσα ενημέρωσης (για να διαφημίζουν τα προϊόντα τους) αν δεν υπήρχαν οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι εργαζόμενοι στον χώρο.

Πού θα έβαζαν τις διαφημίσεις τους; Σκέτες σε φυλλάδια που θα μοίραζαν στον δρόμο; Σε ένα site μόνο για διαφημίσεις;

Διότι οι άνθρωποι αυτοί (διαφημιστές και συνήγοροί τους), όχι μόνο κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν πως δεν έχουν καμιά δουλειά με το αγγελιόσημο, αλλά στην πραγματικότητα συμπεριφέρονται ως σφετεριστές ενός πόρου που ΔΕΝ τους ανήκει!

Και η κυβέρνηση τους κάνει τη χάρη!

Αδιαφορώντας στην πραγματικότητα και για τους δημοσιογράφους, αλλά και για τους άλλους ασφαλισμένους και για όλες τις δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Οι επιπτώσεις της κατάργησης του αγγελιοσήμου θα πλήξουν τους πάντες (εκτός από μερικούς άμεσα ενδιαφερόμενους, στους οποίους δεν συγκαταλέγονται καν οι διαφημιζόμενοι, αφού το ποσό που αυτοί καταβάλλουν είναι κάθε φορά ενιαίο και αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και τιμολόγησης).

Ιδού γιατί:

Με την κατάργηση του αγγελιοσήμου, ο ΕΔΟΕΑΠ φορέας υποχρεωτικής ασφάλισης των μελών των ΕΣΗΕΑ, ΕΣΗΕΜΘ, ΕΠΗΕΑ και ΕΠΗΕΘ μένει χωρίς το βασικό του έσοδο και καταρρέει οικονομικά.

Η κυβέρνηση δημεύει το αποθεματικό του πόρου ύψους 900 εκ Ευρώ και ταυτόχρονα καταργεί το υγιές ταμείο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ το οποίο δεν επιβαρύνει ούτε με ένα ευρώ τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυξάνεται το μισθολογικό κόστος των Μέσων Ενημέρωσης έως και 20%. Μεγαλύτερη επιβάρυνση προκύπτει για τα έντυπα των οποίων οι εργαζόμενοι ασφαλίζονται στον ΕΔΟΕΑΠ. Αυτό θα οδηγήσει σε οικονομική κατάρρευση πολλές εταιρίες μέσων μαζικής ενημέρωσης (ειδικά τις Ημερήσιες Εφημερίδες) αλλά και δραματικές περικοπές προσωπικού (απολύσεις) προκειμένου να μειωθεί η μισθολογική δαπάνη.

Θα υπάρξει επιβάρυνση του προϋπολογισμού από την κρατική χρηματοδότηση για την περίθαλψη. Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ο κρατικός προϋπολογισμός θα απωλέσει έσοδα της τάξεως των 20 εκ ευρώ για το 2016, 39 εκ ευρώ για το 2017, 37 εκ ευρώ το 2018 και 36 εκ ευρώ το 2019. Τα μεγέθη αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθώς λαμβάνονται υπόψη τα τρέχοντα έσοδα από το Αγγελιόσημο και όχι η εξέλιξή τους εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για αύξηση του ΑΕΠ μετά το 2017. Κατά συνέπεια η απώλεια εσόδων τα επόμενα έτη θα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που υπολογίζει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Η ένταξη του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ στον ΕΦΚΑ αποτελεί απαλλοτρίωση ιδιωτικής περιουσίας δεδομένου ότι τα αποθεματικά του ταμείου προέρχονται από έναν πόρο ο οποίος θεσμοθετήθηκε με συμφωνία μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ουδέποτε έχει υπάρξει κρατική χρηματοδότηση. Η δήμευση της περιουσίας από το κράτος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υφαρπαγή ιδιωτικής περιουσίας. Και αυτό διότι συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Η κυβέρνηση αποκρύπτει ότι οι Κύριες Συντάξεις των ασφαλισμένων στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ οι οποίες δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό θα καλύπτονται στο εξής από τον ΕΦΚΑ. Το ετήσιο κόστος καταβολής συντάξεων (κύριων και επικουρικών) ανέρχεται σε 115 εκ ευρώ ποσό το οποίο δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τις εισφορές των εργαζομένων 20% ούτε κατά το ήμισυ. Επιπλέον το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ καταβάλει επιδόματα ανεργίας και αναπηρίας ύψους 2 εκ ευρώ το χρόνο.

Η κυβέρνηση αποκρύπτει επίσης ότι θα επιβαρυνθεί το μισθολογικό κόστος των κρατικών μέσων ενημέρωσης (ΕΡΤ, ΑΠΕ, Δημοτικά Ραδιόφωνα και Γραφεία Τύπου φορέων της Γενικής Κυβέρνησης). Υπολογίζεται ότι η ετήσια επιβάρυνση που θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τον εργοδότη, δηλαδή το κράτος, είναι της τάξεως των 8 εκ ευρώ.

Αποκρύπτεται επίσης ότι θα υπάρξει απώλεια εσόδων για τον ΑΚΑΓΕ, καθώς ο νέος φορέας ΕΦΚΑ δεν αποδίδει το 10% των εσόδων από το Αγγελιόσημο τα οποία υπολογίζονται σε 6 εκ ευρώ ετησίως.

Με λίγα λόγια, η ετήσια επίπτωση που προκαλείται στον προϋπολογισμό είναι τουλάχιστον της τάξης των 175 εκ ευρώ ετησίως, χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες από τη διακοπή λειτουργίας πολλών μέσων ενημέρωσης που επιφέρει η κατάργηση του Αγγελιοσήμου ενώ θα πρέπει να προστεθεί και η απώλεια από ανείσπρακτες οφειλές.

Κι’ αυτό, διότι στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει πρόβλεψη για το πώς θα εισπραχτούν απαιτήσεις από Αγγελιόσημο που έχουν γεννηθεί ενώ η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού καθιστά αδύνατο τον καταλογισμό και την είσπραξη από τον ΕΦΚΑ. Σήμερα η είσπραξη του Αγγελιοσήμου υποστηρίζεται από προσωπικό το οποίο πληρώνεται από τις Ενώσεις Συντακτών και Προσωπικού (ΕΣΗΕΑ,ΕΣΗΕΜΘ, ΕΠΗΕΑ, ΕΠΗΕΘ). Κατά συνέπεια υπάρχει κίνδυνος να απωλεσθούν έσοδα που υπερβαίνουν 100 εκ ευρώ.

Και κάτι τελευταίο για τους ενδιαφερόμενους για τα κέρδη τους διαφημιστές: Είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί το κόστος της διαφήμισης, αφού οι εργοδότες των ΜΜΕ θα πρέπει να καλύψουν μισθολογικές επιβαρύνεις και ασφαλιστικές εισφορές που σίγουρα προκαλούνται.
Πηγή