Του Γιώργου Δώρα
Η μείωση της κατανάλωσης και η συνακόλουθη ένταση του ανταγωνισμού παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναδιάταξη του εμπορικού χάρτη της περιοχής…

Η περιπέτεια της Αφοί Καρυπίδη, που έχει στην κατοχή της τα πάνω από 130 σούπερ μάρκετ της πρώην αλυσίδας «Αρβανιτίδης», που κατέθεσε αίτηση για ένταξη στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα και στη συνέχεια το ανακάλεσε και το λουκέτο της επιχείρησης εμπορίας ηλεκτρικών και ηλεκτρικών ειδών Σαραφίδης προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στη Θεσσαλονίκη λόγω μεγέθους και παράδοσης.

Η πρώτη είναι επί χρόνια βασικός παίκτης στην αγορά λιανεμπορίου της Β. Ελλάδος και απασχολεί 1400 εργαζομένους. Επιπροσθέτως, δραστηριοποιείται σε έναν κλάδο εμπορίας βασικών ειδών πρώτης ανάγκης και –θεωρητικά τουλάχιστον- θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερες αντοχές και περισσότερες διεξόδους. Η δεύτερη είναι η παλαιότερη εμπορική επιχείρηση στα ηλεκτρικά για τη Θεσσαλονίκη, αφού ιδρύθηκε το 1969 στην οδό Ερμού.

Οι δύο περιπτώσεις επιβεβαιώνουν ότι η μείωση της κατανάλωσης και η συνακόλουθη ένταση του ανταγωνισμού παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναδιάταξη του εμπορικού χάρτη της περιοχής. Κάτι που ισχύει και στις χιλιάδες περιπτώσεις των μικρών μεμονωμένων καταστημάτων που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Μόνο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ένα στα τέσσερα καταστήματα είναι κλειστό, κάτι που μεταφράζεται σε εκατοντάδες λουκέτα μόνο στο τετράγωνο Αγγελάκη, Κασσάνδρου, Δωδεκανήσου, Κουντουριώτου, Λεωφόρος Νίκης.

Η μεγάλη κρίση στο λιανεμπόριο της Θεσσαλονίκης και της επόμενης Β. Ελλάδος έχει δημιουργήσει ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα στην αγορά ακινήτων. Όλα αυτά τα κλειστά μαγαζιά και όσα θα προστεθούν στο άμεσο μέλλον έχουν ιδιοκτήτες, οι οποίοι αφενός υπολόγιζαν στα έσοδα από τη μίσθωση, ενώ αφετέρου έχουν να πληρώσουν φόρους για ακίνητα που είναι κλειστά και δεν αποδίδουν.

Υπάρχει, μάλιστα, μια ιδιαιτερότητα. Ενώ τα ακίνητα που βρίσκονται σε ορόφους μπορούν ενδεχομένως να αλλάξουν χρήση ευκολότερα –οι επαγγελματικοί χώροι να γίνουν κατοικίες και οι κατοικίες επαγγελματικοί ή αποθηκευτικοί χώροι- τα καταστήματα δεν μπορεί παρά να παραμείνουν στην πλειοψηφία τους σημεία λιανεμπορίου. Στην παράδοση της χώρας μας ισόγειες κατοικίες δεν υπάρχουν, ενώ ειδικά τα μεγάλα ισόγεια ακίνητα δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για πολλές χρήσεις: σούπερ μάρκετ, μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου, τράπεζες. Τρεις δραστηριότητες που αλλάζουν χαρακτήρα και υποχωρούν ραγδαία από χωροταξική άποψη.

Έτσι κι αλλιώς η αγορά είναι μια ζωντανή κατάσταση σε διαρκή μετάλλαξη. Μόνο που η κρίση επιταχύνει τις εξελίξεις συχνά με βίαιο τρόπο. Ειδικά σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, όπου το εμπόριο και ο κλάδος των υπηρεσιών κυριαρχούν, οι διέξοδοι δεν είναι πολλοί. Στην πραγματικότητα μία: η ανάπτυξη μέσω της αύξησης της κατανάλωσης και του οικονομικού κύκλου. Μια αύξηση που επειδή δεν μπορεί να προέλθει από τους κατοίκους μιας πόλης με ανεργία πολύ μεγαλύτερη από τον επίσημο εθνικό μέσο όρο του 24% – 25%, θα επιτευχθεί μόνο αν αυξηθούν οι ξένοι επισκέπτες, αλλά και αν βελτιωθεί η επισκεψιμότητα από την ενδοχώρα του ελληνικού βορρά.

Ο τουρισμός εμφανίζει σημάδια βελτίωσης τα τελευταία χρόνια, με πρωταγωνιστές τους βαλκάνιους γείτονες, οι οποίοι διαχρονικά επιλέγουν την πόλη και την αγορά της. Το στοίχημα, όμως, στο εγχώριο μέτωπο είναι δύσκολο κι έχει παράπλευρες απώλειες. Η Θεσσαλονίκη παλαιότερα λειτουργούσε πολύ έντονα ως εμπορικός πόλος έλξης για τους υπόλοιπους βορειοελλαδίτες, κάτι που έχει ατονήσει τα τελευταία 20 – 30 χρόνια. Η εκ νέου ενίσχυση αυτής της τάσης χρειάζεται, πλέον, προσπάθεια και αν συμβεί θα «πονέσει» τις υπόλοιπες τοπικές αγορές και προφανώς θα προκαλέσει αντιδράσεις.

Πηγή