Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου 
Στα έξι χρόνια οι δανειστές κατάφεραν να μετατρέψουν τις περισσότερες αξιολογήσεις σε πολύμηνα θρίλερ και σε πολιτικές κρίσεις που…
έχουν κατασπαράξει -μέχρι στιγμής- πέντε κυβερνήσεις κι έχουν εξαφανίσει ή ακρωτηριάσει τουλάχιστον πέντε κόμματα.

Κάποια στιγμή δικαιούμαστε να ζητήσουμε τον λογαριασμό της αξιολόγησης. Να απαιτήσουμε δηλαδή έναν πλήρη, ξεχωριστό απολογισμό του κόστους της. Τι κοστίζουν στους Ευρωπαίους φορολογούμενους τα ατέλειωτα πήγαινε έλα των επικεφαλής του κουαρτέτου και των τεχνικών κλιμακίων από Αθήνα Βρυξέλλες, από Βρυξέλλες Ουάσιγκτον, κι ύστερα πάλι Βρυξέλλες, και μετά ξανά Αθήνα.

Τι κοστίζουν οι αλλεπάλληλες συνεδριάσεις του Eurogroup, του EuroWorkingGroup, οι τακτικές και οι έκτακτες σύνοδοι κορυφής, οι διπλωματικοί μαραθώνιοι των πρωθυπουργών και των υπουργών Οικονομικών από τις Βρυξέλλες στο Παρίσι, από το Παρίσι στο Βερολίνο ή στη Φρανκφούρτη και τούμπαλιν. Τι λογαριασμό αφήνουν τα ταξίδια-αστραπή (κατά το δημοσιογραφικό κλισέ) των επιτρόπων και λοιπών αξιωματούχων της Κομισιόν, της ΕΚΤ, του ESM, της Eurostat, του ευρωπαϊκού κλιμακίου του ΔΝΤ, των υπουργών που προστρέχουν ως «σύμμαχοι» της μιας ή της άλλης πλευράς, των ομιλουσών κεφαλών που, με δεκάδες δηλώσεις κάθε μέρα στη γνωστή ξύλινη διπλωματική γλώσσα, βλέπουν «πρόοδο» ή «στασιμότητα» και «σημαντικές αποκλίσεις» στην αξιολόγηση. Κι ύστερα, ν’ απαιτήσει, με γνήσια φιλελεύθερη ματιά, τη σύγκριση κόστους- απόδοσης.

Το αποτέλεσμα θα είναι συντριπτικό. Αν όλοι οι εμπλεκόμενοι ήταν υπάλληλοι μιας επιχείρησης επιφορτισμένοι να παραδώσουν συγκεκριμένο έργο σε συγκεκριμένο χρόνο, με αυστηρά επιχειρηματικά κριτήρια θα έπρεπε να έχουν απολυθεί ως εντελώς ανίκανοι. Ένας στυγνός επιχειρηματίας, μάλιστα, θα τους έκανε αγωγή και θα απαιτούσε αποζημίωση. Πανάκριβη… αποτυχία Κανείς δεν πρόκειται να ζητήσει αυτόν τον λογαριασμό, παρότι τον πληρώνουν αδρά κυρίως οι Έλληνες φορολογούμενοι. Και κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν πρόκειται να δώσει αυτόν τον λογαριασμό. Ως διπλωματική διαδικασία, το πρωτόκολλο των αξιολογήσεων των Μνημονίων είναι μια πολυτελής, πανάκριβη και παταγώδης αποτυχία.

Οι τεχνοκράτες και οι πολιτικοί που διεκπεραίωσαν αυτό το πρωτόκολλο στα 6 χρόνια Μνημονίων δεν δικαιούνται να επικαλεστούν τρομακτικές δυσκολίες πολιτικής συμμόρφωσης των κυβερνήσεων στη φιλοσοφία της συνταγής των Μνημονίων (=εσωτερική υποτίμηση+μετατροπή της χώρας σε αποικία χρέους). Ούτε με την τωρινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που λογικά πρέπει να τους έχει εκπλήξει με την προσαρμοστικότητά της. Παρ’ όλα αυτά, κατάφεραν να μετατρέψουν τις περισσότερες αξιολογήσεις σε πολύμηνα θρίλερ και τελικά σε πολιτικές κρίσεις που έχουν κατασπαράξει μέχρι στιγμής πέντε κυβερνήσεις κι έχουν εξαφανίσει ή ακρωτηριάσει τουλάχιστον πέντε κόμματα. Κατά κανόνα, για ασήμαντες αφορμές. Αν ανατρέξουμε στην «ιστορία» των αξιολογήσεων από το 2010 μέχρι σήμερα θα δούμε ότι οι επιτηρητές, αφού αποσπούσαν τη συναίνεση των διαδοχικών κυβερνήσεων στο 99% των προαπαιτουμένων (καλή ώρα, όπως τώρα), κολλούσαν σε κάτι δημοσιονομικά ασήμαντο. Άλλοτε ήταν η φορολογία των αγροτών, άλλοτε ο ΦΠΑ στα νησιά, άλλοτε οι επικουρικές συντάξεις. Ωστόσο, πάντα οι λογιστικές διαφορές ήταν της τάξης μερικών δεκάδων, το πολύ εκατοντάδων εκατομμυρίων. Πάντως, ασημαντότητα σε σχέση με τα 63+9 δισ. που θα είναι ο συνολικός απολογισμός μέχρι το 2018.

Οι αιτίες αυτής της συμπεριφοράς είναι πολλές και αρκετά περίπλοκες. Στην πραγματικότητα, σε κάθε συγκυρία αξιολόγησης, έχουμε ένα διαφορετικό ντόμινο πολιτικών παρενεργειών που μπορεί να έχει μια εξέλιξη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, στην παρούσα συγκυρία μπορεί κανείς να διακρίνει τις διαφορετικές πολιτικές ανάγκες που υπαγορεύει στις κυβερνήσεις της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και, πολύ περισσότερο, της πολιορκημένης από την εργατική και νεανική εξέγερση Γαλλίας να σταθούν στην πλευρά της Κομισιόν, της ΕΚΤ και της ελληνικής κυβέρνησης για ταχύ κλείσιμο της αξιολόγησης. Και, στον αντίποδα, να δει τι ρόλο παίζει στη στάση της Γερμανίας το βρετανικό δημοψήφισμα, το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αυστρία ή οι πρόωρες εκλογές στην Ισπανία. Ωστόσο, αυτή η διαρκής πολιτική ρευστότητα αποτελεί πια τη μόνη σταθερά στην απειλούμενη με αποσύνθεση Ε.Ε. Και αφήνει ανεξήγητη την ακαμψία των τεχνοκρατικών επιτελείων του κουαρτέτου και των άλλων δορυφορικών θεσμών.

Τι φταίει τελικά; Υπάρχουν, λοιπόν, δυο ιδιαίτερα φαινόμενα που εξηγούν εν μέρει την εμμονική κωλυσιεργία των αξιολογήσεων: Πρώτον, όλη η πολυάριθμη κουστωδία των «επιτηρητών» έχει εξελιχθεί σε έναν σχετικά αυτόνομο, αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό. Για να το πούμε απλά, έχουν στηθεί πολλές ακριβοπληρωμένες καριέρες κι έχουν φτιαχτεί ακριβά εξαργυρώσιμα «βιογραφικά» στην εφαρμογή των τριών Μνημονίων. Κι επειδή δημοσιονομικά, ακόμη κι αν αγνοήσει κανείς τις καταστροφικές κοινωνικές επιπτώσεις τους, όλα καταλήγουν σε ένα φιάσκο (και το ίδιο προμηνύεται για το τρίτο Μνημόνιο, κατά την έμμεση ομολογία του ΔΝΤ), κανείς δεν θέλει να σπιλώσει μ’ αυτή την αποτυχία το «βιογραφικό» του. Το αναμενόμενο ανακλαστικό, λοιπόν, της «αυτονομημένης γραφειοκρατίας-τεχνοκρατίας» είναι να μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στην πολιτική. Δεύτερον, και παρεπόμενο του πρώτου. Ο μηχανισμός της μνημονιακής επιτήρησης συγκροτήθηκε ως de facto ενιαίος.

Ωστόσο, οι επιμέρους βραχίονές του υπάγονται με τη σειρά τους σε άλλους μηχανισμούς, καθένας από τους οποίους υπηρετεί ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Αν και καταδικασμένοι να συνυπάρξουν στο ίδιο σκάφος (ή στο ίδιο ναυάγιο), αλλιώς προσεγγίζει το μέλλον της Ε.Ε. η «φεντεραλιστική» Κομισιόν, αλλιώς ο «γερμανικός» ESM κι αλλιώς το ευρωατλαντικό ΔΝΤ. Και οι αναπόφευκτες αντιθέσεις τους πολλαπλασιάζουν τα αδιέξοδα και τις παλινδρομήσεις ακόμη και σε τεχνοκρατικής υφής ζητήματα, όπως το αν το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 θα το μετρήσει τελικά η Eurostat ή οι στατιστικολόγοι του ΔΝΤ. Αυτό είναι το παράπλευρο τίμημα της επιλογής να ανήκεις πάση θυσία στο σπαρασσόμενο, αυτοκαταστροφικό ευρωατλαντικό κλαμπ.

Πηγή