Της Μανταλένας Πίου
Η αναμόρφωση των χρεώσεων για το δίκτυο του ΔΕΣΦΑ που επιχειρεί η κυβέρνηση εν μέσω των κρίσιμων διαβουλεύσεων για την ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης έχει προκαλέσει νέα…
αβεβαιότητα για την τύχη του Διαχειριστή και δυσαρέσκεια στους Αζέρους της Socar.

Πριν από λίγες ημέρες, ο υπουργός Περιβάλλοντος- Ενέργειας Πάνος Σκουρλέτης στη συνάντηση που είχε με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Socar Energy Greece κ. Annar Mammadov, επιχείρησε να αποσείσει από πάνω του τις ευθύνες για τη μεγάλη καθυστέρηση, επιρρίπτοντάς τες στην Ε.Ε. Δεν είναι λίγοι ωστόσο οι αναλυτές, που θεωρούν ότι το υπουργείο χρησιμοποιεί τις χρεώσεις στο δίκτυο και την περίπλοκη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω από τη συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση για να ασκήσει τη δική του πολιτική. Άλλωστε μία παράταση του σημερινού καθεστώτος ή μία επαύξηση του μεριδίου του δημοσίου στον ΔΕΣΦΑ, δεν φαίνεται να δυσαρεστεί την πολιτική ηγεσία.

Η συζήτηση για τα τέλη του δικτύου, τα οποία αποτελούν και το βασικό έσοδο του Διαχειριστή, έχει ξεκινήσει εδώ και μήνες, με αφορμή την αναμόρφωση του κανονισμού τιμολόγησης που προωθεί η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Πλέον η διαδικασία βρίσκεται στο τέλος της και όπως αναφέρουν έγκυρες πηγές είναι έτοιμη να «κλειδώσει» σε ένα σχήμα που θα δώσει αυξήσεις της τάξης του 30% έναντι 55%-65%, που θα μπορούσε να επιφέρει ο παλαιός (υφιστάμενος) κανονισμός. Κατά το υπουργείο, μία αύξηση ύψους 30% στα τέλη δικτύου θα επιβάρυνε τις τελικές τιμές του αερίου κατά 4%-5%.

Για τους Αζέρους το πρόβλημα είναι σύνθετο. Καταρχήν είχαν σχεδιάσει την προσφορά των 400 εκατ. ευρώ για το 66% των μετοχών του ΔΕΣΦΑ με βάση τις προ υπολογιζόμενες αποδόσεις του υφιστάμενου κανονισμού. Η μείωση της απόδοσης καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την εύρεση αγοραστή για μερίδιο 17%-25% των μετοχών του ΔΕΦΑ, που θα πρέπει η αζέρικη εταιρεία να μεταβιβάσει, για να δώσει η Ε.Ε. το «πράσινο» φως στην εξαγορά.

Οι απόπειρες που έγιναν τους προηγούμενους μήνες για την πώληση πακέτου 17% σε ευρωπαϊκούς διαχειριστές απέβησαν άκαρπες μετά την απόσυρση του ενδιαφέροντος από τη βελγική Fluxys και της συνεργαζόμενης στο πρότζεκτ ισπανικής Enagas, καθώς και των Ιταλών της Snam. Kαι οι τρεις εταιρείες αποχώρησαν αφού ολοκλήρωσαν το due diligence του ΔΕΣΦΑ.

Εκτοτε η Socar αναζητεί τον τρίτο παίκτη, αυξάνοντας το προς πώληση μερίδιο από 17% σε 25%.
Από την άλλη πλευρά, η κρατική εταιρεία του Αζερμπαϊτζάν θα ήθελε να εισπράξει για την πώληση, ποσό ανάλογο με το τίμημα της εξαγοράς, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο υπό τις παρούσες συνθήκες, καθώς οι ελληνικές αξίες, λόγω της κρίσης και της αβεβαιότητας της χώρας, έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα επίπεδα του 2013, όταν έκλεισε η συμφωνία πώλησης του 66%.

Παράλληλα έχουν πέσει κατακόρυφα οι διεθνείς τιμές του αερίου, πιέζοντας οικονομικά τις εταιρείες παραγωγής υδρογονανθράκων, συμπεριλαμβανομένης της Socar.

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, πάντως, ο αζέρικος όμιλος φαίνεται να έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι αυξήσεις της τάξης του 60% στα τέλη δικτύου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ωστόσο δεν έχει αποδεχθεί πλήρως και όλες τις παραμέτρους του νέου κανονισμού, όπως διαμορφώνεται από τη ΡΑΕ.

Σε περίπτωση πάντως που η Socar αποτύχει να πουλήσει το 17% σε τρίτη εταιρεία, τότε το μερίδιο αυτό θα μπορούσε να περάσει στο Δημόσιο, που θα αποκτούσε το 51%. Μία τέτοια εξέλιξη, ενδεχομένως επιθυμητή από το υπουργείο και θεωρητικά αποδεκτή από τις Βρυξέλλες, δεν είναι σίγουρο ότι τη θέλει και η Socar. Πριν από μερικούς μήνες, όταν είχε τεθεί στο τραπέζι το ενδεχόμενο αυτό, κορυφαία στελέχη του αζέρικου ομίλου είχαν διατυπώσει την έντονη αντίθεσή τους, θεωρώντας ότι η αυξημένη συμμετοχή του «χρεοκοπημένου» ελληνικού δημοσίου θα δημιουργούσε εμπόδια στην υλοποιίηση των σχεδίων της Socar για τον ΔΕΣΦΑ.

Πηγή