Όσο κι αν φαίνεται αυτή τη στιγμή δύσκολη δεδομένων των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, δεν είναι καθόλου απίθανη βραχύμεσοπρόθεσμα…
μια νέα αναζήτηση του λαού για εναλλακτική, προοδευτική πρόταση εξουσίας.

Τα μέτρα που φέρνει η κυβέρνηση από τη μια και η συνενοχή της αντιπολίτευσης από την άλλη, που τρέμει τους τυχοδιωκτισμούς Τσίπρα μην τυχόν και αναγκαστεί να εκστομίσει το “ναι σε όλα” πριν τις εκλογές, δημιουργούν ένα πραγματικό πολιτικό κενό εκπροσώπησης του διευρυνόμενου κοινωνικού μπλοκ των θυμάτων της κρίσης, το οποίο δεν καλύπτεται από μια αλλαγή φρουράς στο όνομα μιας υποτιθέμενης καλύτερης διαχειριστικής επάρκειας, της αυτής πολιτικής.

Γι’ αυτό και οι αριστεροί- σοσιαλιστές, κομμουνιστές- της χώρας που οφείλουν να διαδραματίσουν ρόλο πρωτοπορίας σε μια κοινωνικό- απελευθερωτική στρατηγική αν θέλουν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν, πρέπει να θυμηθούν το Μαρξ και να ξεχάσουν τους δημοσιονομιστές. Για να το πούμε απλά: σε ένα περιβάλλον γενικευμένης διεθνώς καπιταλιστικής κρίσης, που φαίνεται ανάγλυφα όχι τόσο στα κρισιακά επεισόδια όσο στην ασθενική έως ανύπαρκτη- με καπιταλιστικούς όρους- μεγέθυνση μετά από αυτά, σε μια εθνική οικονομία της οποίας οι παραγωγικές σχέσεις πνίγουν τις παραγωγικές της δυνάμεις, δεν επιτρέπεται οποιοσδήποτε αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός να ξεκινά την ανάλυσή του από το ζήτημα του χρέους. Δε θα έπρεπε να επιτρέπεται επίσης, επί ποινή ισόβιας διαγραφής- προφανής ο αστεϊσμός- να υπάρχει σε οποιοδήποτε προγραμματικό κείμενο, ως στοιχείο προγράμματος και όχι ως διεκδίκηση, η περιβόητη μονομερής διαγραφή του χρέους ή τμήματος αυτού, διότι απλά μονομερής διαγραφή χρέους δε γίνεται.

Αν θέλουμε να βρούμε μια από τις κομβικές αιτίες της σημερινής κατάντιας του ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε από το Γενάρη του 2015 με τη “Βαρουφακιάδα” των κάθε είδους ιδεών για το χρέος χωρίς καμία αντίληψη για τον πολιτικό συσχετισμό, θα πρέπει να κοιτάξουμε στην επί εξαετία αποθέωση εντός της αριστεράς της συζήτησης για τα δημόσια οικονομικά, μέσα από έναν τεχνικιστικό επιστημονισμό, λόγω της άγνοιας και της απροθυμίας ή και αδυναμίας της αριστεράς, να ασχοληθεί με την πραγματική οικονομία και με τις παραγωγικές σχέσεις εντός της. Η ελληνική οικονομία δεν είχε ποτέ ως κατεξοχήν πρόβλημα το πρόβλημα του χρέους. Αυτή είναι η δεξιά- ντόπια και ξένη- προσέγγιση για τρεις λόγους: πρώτον, διότι δεν μπορεί να δεχτεί τη μεταπολιτευτική νίκη και ηγεμονία της αριστεράς που βελτίωσε θεαματικά τη ζωή της πλειοψηφίας των πολιτών, εξ ου και τη δυσφημεί ως μια χαμένη περίοδο υπερχρέωσης.  Δεύτερον, διότι η συζήτηση για το χρέος είναι μια συζήτηση που αποσκοπεί να φορτώσει ενοχή στο λαό. “Δανειστήκαμε πολλά και τώρα πρέπει να τα γυρίσουμε, άρα σφίξτε το ζωνάρι”. Τρίτο και κυριότερο, διότι η ολιγαρχία δε θέλει καμία συζήτηση για την παραγωγική αποδιάρθρωση και για τις παραγωγικές σχέσεις βάσει των οποίων πλουτίζει εις βάρος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Δε θέλει καμία συζήτηση ακόμα χειρότερα, που αντικειμενικά ωθεί στην περιγραφή επαναστατικού δρόμου, δηλαδή στρατηγικής άλλου μοντέλου.

Αν η δεξιά και η ολιγαρχία όμως έχουν κάθε λόγο να ξεκινούν και να τελειώνουν τη συζήτηση με το θέμα του χρέους, είναι αυτοκτονικό το ίδιο να κάνει η αριστερά ή εν γένει οι προοδευτικές δυνάμεις. Επιπλέον είναι και βαθιά αντί- επιστημονικό. Το “μη βιώσιμο” ελληνικό δημόσιο χρέος είναι μικρότερο της Ιαπωνίας. Το “μη- βιώσιμο” δημόσιο και ιδιωτικό ελληνικό χρέος του 2010 ήταν μικρότερο της Γερμανίας ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα “μη- βιώσιμα” πραγματικά επιτόκια δανεισμού των ελληνικών 10ετών ομολόγων του 2010, εξαιτίας των οποίων προσφύγαμε στο μηχανισμό στήριξης και αυτό- αποκλειστήκαμε από τις αγορές έκτοτε ήταν περίπου 3%. Η σημερινή “υπερχρέωση” της Ευρώπης είναι πολύ μικρότερη εκείνης που υπήρχε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που όμως δεν εμπόδισε όχι μόνο τη μεγέθυνση τότε της ευρωπαϊκής οικονομίας αλλά και το χτίσιμο του κοινωνικού κράτους της.

Και όμως ενώ εδώ και 7 χρόνια, ο δημοσιονομισμός έχει γίνει ο ζουρλομανδύας που μας πνίγει, ενώ ο λαός διψά να ακούσει πώς θα δουλεύει καλύτερα, σταθερότερα και διαφορετικά, πώς θα παραχθεί και θα αναδιανεμηθεί ο πλούτος, πώς θα οικοδομήσει άλλο πολιτικό και πολιτειακό μοντέλο και άλλες διεθνείς σχέσεις, πώς θα αποκαταστήσει και θα διευρύνει έναν αστερισμό δικαιωμάτων, εμείς επιμένουμε να ξεκινάμε και να τελειώνουμε με το χρέος. Αντί να εξηγούμε τι θα κάνουμε με την αναγκαία βιομηχανική πολιτική, με τη μικρομεσαία αυτοαπασχόληση που ήταν σε κρίση πριν τα μνημόνια, με τον αγροτικό κόσμο που οδεύει σε εξαφάνιση, με την τόνωση της ζήτησης, αναλωνόμαστε σε τεχνικές ιδέες ή σε παράθεση διεκδικήσεων καθόλα θεμιτών, που όμως δε συνιστούν πρόγραμμα.

Είναι άλλο πράγμα να υποστηρίξει κανείς ότι θα προβεί σε στάση πληρωμών, που είναι μια αμυντική και αναγκαστική κίνηση και η οποία έτσι ή αλλιώς θα οδηγήσει τελικά σε ένα νέο διακανονισμό του χρέους. Στα προγράμματα όμως της αριστεράς οφείλουμε να γυρίσουμε στο Μαρξ και στους κλασσικούς: πραγματική οικονομία και ανασυγκρότησή της. Υλικές σχέσεις παραγωγής και παραγωγικές δυνάμεις. Πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής τομέας. Κοινωνικό μπλοκ μισθωτής εργασίας, αγροτιάς και αυτοαπασχόλησης. Καινοτομία και σταθερή εργασία. Λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους. Βιωσιμότητα, υγεία, παιδεία, ελεύθερος χρόνος, ζωή χωρίς άγχος και χωρίς εκμετάλλευση, στήριξη της οικογένειας, της δημιουργικότητας. Αυτά νοηματοδοτούν την αριστερά και σε αυτά πρέπει να επιστρέψει. Είναι μόνο στο πλαίσιο αυτών που μπορεί να τεθεί το ζήτημα του χρέους ως διεκδίκηση και ως παύση πληρωμών, προκειμένου να μην αποστραγγίζονται οι πόροι της εθνικής οικονομίας. Η αντιστροφή υπέρ του δημοσιονομισμού είναι καταστροφή.

Πηγή