Οδυσσέας Ελύτης, «ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ»…

“Η Πρωτομαγιά

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

Θα ‘λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.”

(Ο. Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη, Ίκαρος)

Κωστής Παλαμάς, [Μπήκε ο Μάης]

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,
στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,
μεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει
το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της  την άλλη,
σε μια τριγύρω νερομάννα,
γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”

(Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας»
από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)

-Και κάτι ακόμα του Ελύτη για το Μάη, από το «ΚΟΚΚΙΝΟ» στο «Παραλλαγές σε μιαν αχτίδα» (Ήλιος ο πρώτος):

“…Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας
Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς
Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου
Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.”