Του Γ. Κασιμάτη
Οι παγκοσμίως δύο πανίσχυροι Προκαθήμενοι της Χριστιανοσύνης ήλθαν πιασμένοι χέρι-χέρι στη Λέσβο, στον τόπο της τραγωδίας των προσφύγων, και έχυσαν δάκρυα για τα…
τραγικότερα θύματα της εξουσίας, -που λίγο διαφέρουν από εκείνα των γενοκτονιών- στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σίγουρα στα θύματα αυτά οφείλει ολόκληρη η ανθρωπότητα δάκρυα ανθρώπινης συμπόνιας, αλλά και ενοχής. Όμως, δε φαίνονται πουθενά δάκρυα ενοχής των ηγετών εκείνων λαών της λευκής φυλής που έχουν αμαυρώσει και εξακολουθούν να αμαυρώνουν την ιστορία της ανθρωπότητας με εγκλήματα κατά του ανθρώπου.

Πραγματικά γνήσια δάκρυα συμπόνιας και ενοχής για ανθρώπινα θύματα συνοδεύονται από θαρραλέες και δυνατές πράξεις μάχης κατά των θυτών. Για να μπορεί κανείς να κλαίει για τα θύματα, οφείλει να βάλει μπροστά τον αγώνα κατά της πηγής του Κακού. Διαφορετικά, βοηθά τους δυνάστες και καλύπτει τα εγκλήματά τους, μένοντας για πάντα στο ημίφως της υποψίας.

Δεν αγνοούμε τη φιλανθρωπική δράση των Εκκλησιών για την καταπράυνση του ανθρώπινου πόνου, ούτε τις συνήθως γενικόλογες ή περιθωριακές καταδίκες εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, στο ευρύτερο, βέβαια, πλαίσιο της δογματικής καταδίκης της «αμαρτίας». Δεν είναι, όμως, επαρκή για τη μάχη του «Καλού» κατά του «Κακού» στη γήινη ζωή ούτε οι διδασκαλίες του πρώτου, ούτε οι αφορισμοί του δευτέρου. Στην ηθική συνείδηση του ανθρώπου, είτε είναι πιστός είτε όχι, ενυπάρχει εγγενής η υποχρέωση δράσης κατά του «Κακού». Αυτή είναι και η πεποίθηση των πιστών του Χριστιανισμού: ότι η αποστολή της Εκκλησίας δεν εξαντλείται στη φιλανθρωπία του «καλού Σαμαρείτη» και στο ξόρκισμα της αμαρτίας, αλλά έχει και την υποχρέωση, ως φορέας γήινης εξουσίας, να αγωνίζεται με γήινα μέσα δράσης κατά του κακού (κατά του «θεού» ή του «άρχοντα του Κακού», όπως το έχει προσωποποιήσει η Αγία Γραφή) και κατά των δραστών του.

Ήταν φυσικό, επομένως, να περιμένει κανείς ότι οι δύο Προκαθήμενοι της Χριστιανοσύνης, πριν έλθουν να σκύψουν πάνω στην τραγωδία των προσφύγων, θα είχαν κηρύξει σκληρό πόλεμο κατά της πηγής του Κακού: κατά των συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών και των πράξεων απάνθρωπης θηριωδίας, που εξολοθρεύουν λαούς, αφανίζουν οικογένειες και κοινωνίες, ξεριζώνουν ανθρώπους από την πατρίδα τους, εκμεταλλεύονται από αιώνες τον φυσικό τους πλούτο και τις ανθρώπινες υπηρεσίες τους. Αυτό δεν έγινε. Έτσι, τα δάκρυα έμειναν ορφανά.

Οι Προκαθήμενοι των δύο ισχυρότερων χριστιανικών Εκκλησιών, με τη σιωπή τους για τους θύτες των τραγικών προσφύγων, έδειξαν, δυστυχώς, τους άρρηκτους δεσμούς της Εκκλησίας, ως φορέα ισχυρής κοινωνικής εξουσίας, με τη δυναστεία των θυτών. Μας θύμισαν άλλη μια φορά τον εναγκαλισμό του Θεού με τον Καίσαρα στη Γη –όπως, άλλωστε, τον εναγκαλισμό με την εξουσία όλων των εκκλησιών της ιστορίας.

Αν θέλει η Εκκλησία – κάθε εκκλησία- να αποκτήσει τον κοινωνικό ρόλο της, ας επιστρέψει, επιτέλους, στον πραγματικό τόπο της αποστολής της, στη γήινη κοινωνία των ζωντανών ανθρώπων, ας περπατήσει στα γεμάτα αγκάθια μονοπάτια της γήινης ζωής του, ας ερμηνεύσει σωστά το «απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι» και ας αποδυθεί σε πραγματικό αγώνα πολέμου κατά του κακού Καίσαρος, που είναι η πηγή του Κακού.

Μόνο ο πραγματικός αγώνας κατά του κοινωνικού Κακού, που είναι σε διαρκή αρμονία με τη διαλεκτική της ιστορίας, μπορεί να κρατήσει κάθε πίστη ζωντανή και δυνατή πάνω στη γη, χωρίς να μπορεί κανείς να την κατηγορήσει ότι είναι «όπιον».