Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ έφυγε σαν σήμερα, στις 29 Απριλίου του 1980, αλλά μέσα από την πλούσια…
φιλμογραφία του και το μοναδικό του έργο, παραμένει διαχρονικά ένας πρωτοπόρος σκηνοθέτης και σημείο αναφοράς, τόσο για τους θεατές όσο και για τους συναδέλφους του στον χώρο της Έβδομης Τέχνης. Με οδηγό την πλούσια φιλμογραφία του Βρετανού σκηνοθέτη, παρουσιάζουμε ένα θεματικό αφιέρωμα στη ζωή και στο έργο του εμβληματικού καλλιτέχνη, με κεντρικό άξονα, αγαπημένες και χαρακτηριστικές δημιουργίες του.

«Οι ξανθές αποτελούν τα καλύτερα θύματα. Μοιάζουν με άσπιλο χιόνι που επιτρέπει να φανούν καλύτερα τα αιματοβαμμένα χνάρια του δολοφόνου.» – Άλφρεντ Χίτσκοκ

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου του 1980 στο Λος Άντζελες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ξεκίνησε να δουλεύει σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920 σχεδιάζοντας τους τίτλους αρχής για τις ταινίες του στούντιο. Μετά από δύο χρόνια του δόθηκε η ευκαιρία να καθίσει για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Αυτό έγινε όταν ο σκηνοθέτης της ταινίας “Always Tell Your Wife” αρρώστησε ξαφνικά και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει, ώστε να ολοκληρωθεί η ταινία. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του ανάθεσαν να γυρίσει την πρώτη του ουσιαστικά ταινία, που ήταν ο “Αριθμός 13”, η οποία κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1922.

Ο Χίτσκοκ προσλήφθηκε στη συνέχεια από την εταιρεία Gainsborough Pictures ως σεναριογράφος, αλλά και σχεδιαστής τίτλων. Το 1925 κατάφερε να σκηνοθετήσει το “The Pleasure Garden” και αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτης.

Είναι η λεγόμενη “Αγγλική Περίοδος” του δημιουργού, η οποία ολοκληρώνεται μετά από μια επιτυχημένη δεκαετία το ’30, με ταινίες όπως τα “39 Σκαλοπάτια” (The 39 Steps  – 1935), “Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά” (The Man Who Knew Too Much  – 1934) και “Σαμποτάζ” (Sabotage – 1936). Με το ξεκίνημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έτσι ξεκινάει η “Αμερικάνικη Περίοδος”.

Όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επισκέφθηκε το Χόλιγουντ το 1940, όλοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα γιατί πίστευαν ότι δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα στον χώρο. Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός της εποχής Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Αρχικά του ανέθεσε μια ταινία για τον Τιτανικό, αλλά το σχέδιο τελικά “ναυάγησε” για να δώσει τη θέση του στην ταινία “Ρεβέκκα” (Rebecca – 1940). Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας του 1940, αλλά όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, το Όσκαρ πήγε στον David O. Selznick, παραγωγό και ιδιοκτήτη της Selznick International Pictures και όχι στον Χίτσκοκ.

Η δεκαετία του ’40 τον βρίσκει παραγωγικότατο, σχεδόν υπέρ του δέοντος. Οι ιδέες του ήταν τόσες, που κατέληξε να τελεί υπό την επιτήρηση του FBI, λόγω ενός σεναρίου κατασκοπείας σχετικά με το χημικό στοιχείο Ουράνιο. Οι καινοτομίες του συνεχίστηκαν με το «Rope» του 1948, ταινία που γυρίστηκε με τεράστια σε διάρκεια πλάνα – στην ουσία μ’ ένα μόνο πλάνο, καταδικασμένο όμως να γυριστεί σε δεκάλεπτες περίπου λήψεις, με όσο δηλαδή φιλμ χωρούσε εκείνη την εποχή στην κάμερα λήψης.

Για τα επόμενα 20 χρόνια, μέχρι το “Ψυχώ” (Psycho ) του 1960, ο Χίτσκοκ γύριζε τη μια ταινία πίσω από την άλλη. Ενώ το 1955 συμφώνησε να προλογίζει μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο “Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει”, που διήρκεσε συνολικά δέκα χρόνια. Μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του “Ψυχώ”, άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά, με πιο σημαντική εξ αυτών τα “Πουλιά” (The Birds) του 1963.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ προτάθηκε συνολικά πέντε φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας: το 1941 (Ρεβέκκα), το 1945 (Στον Ίσκιο του Θανάτου / Ναυαγοί) το 1946 (Νύχτα Αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλώς Μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δε το κέρδισε ποτέ. Ωστόσο η Ακαδημία αναγνωρίζοντας το λάθος της, του απένειμε το 1968, ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του, στον χώρο της Έβδομης Τέχνης.

Ήταν η 40η Απονομή των Βραβείων Όσκαρ της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, κι εν λόγω βράβευση έχει καταγραφεί ως ο μικρότερος ευχαριστήριος λόγος στην ιστορία του θεσμού…

O Χίτσκοκ, προτιμούσε σχεδόν πάντα τις ξανθές πρωταγωνίστριες και ειδικά στις “femme fatales” ηρωίδες του. Οι πιο διάσημες ηθοποιοί που σκηνοθέτησε ήταν: η Τζόαν Φοντέιν, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Κιμ Νόβακ, η Τζάνετ Λι, η Εύα Μαρί Σεντ, η Βέρα Μάιλς και η Τίπι Χέντρεν. Ενώ στις ταινίες του έχουν συμμετάσχει και οι διασημότεροι άρρενες ηθοποιοί της εποχής: Τσαρλς Λότον, Λόρενς Ολίβιε, Τζέιμς Στιούαρτ, Κάρι Γκραντ, Κλοντ Ρέινς, Γκρέγκορι Πεκ, Χένρι Φόντα, Σον Κόνερι, Μοντγκόμερι Κλιφτ και Πολ Νιούμαν.

Η αγαπημένη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν το “Shadow of a Doubt”, ενώ θεωρούσε τον σπουδαίο Ισπανό δημιουργό Λουίς Μπουνιουέλ, ως τον καλύτερο σκηνοθέτη όλων των εποχών. Ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι η πρώτη του ταινία αληθινά ήταν ο “Ένοικος”. Ενώ χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι σε όλες σχεδόν τις ταινίες του μετρ του σασπένς, κάνει την εμφάνιση του και ο ίδιος ο Χίτσκοκ σε ρόλους κομπάρσου.

Τριανταπέντε (35) χρόνια από τον θάνατό του, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς αλλά και έμπνευσης για τους κινηματογραφιστές. Αφορμή γι’ αυτό είναι οι διαχρονικές δημιουργίες του, μερικές εκ των οποίων θα δούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια του αφιερώματος μας.

«Όταν ένας ηθοποιός με πλησιάζει για να συζητήσουμε τον χαρακτήρα του, του λέω ότι τα πάντα είναι γραμμένα στο σενάριο. Αν επιμένει και ρωτήσει “Μα ποιο είναι το κίνητρό μου;”, του απαντώ “Ο μισθός σου”…» – Άλφρεντ Χίτσκοκ

«Notorious» (1946)

Μια όμορφη γυναίκα μ’ ένα σπιλωμένο παρελθόν (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) στρατολογείται από τον Αμερικάνο πράκτορα Ντέβλιν (Κάρι Γκράντ), για να κατασκοπεύσει μία ομάδα από Ναζί στο μεταπολεμικό Ρίο. Η κατασκοπία αυτή φτάνει να γίνεται πολύ επικίνδυνη για την ζωή της αφού δεχτεί να παντρευτεί τον πιο ευγενή από τον κύκλο των Ναζί, τον Άλεξ (Κλάουντ Ρέινς). Μόνο ο Ντέβλιν μπορεί να την σώσει, αλλά για να το κάνει θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσει τον ρόλο του. Θα πρέπει παράλληλα να αναλογιστεί την απελπιστική κατάστασή της κοπέλας, να αναγνωρίσει ότι την αγαπούσε εξ αρχής και να της το πει.

Μία θρυλική ταινία και για πολλούς η καλύτερη δημιουργία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μια αλληγορία αγάπης και προδοσίας με τους Ίνγκριντ Μπέργκμαν και Κάρυ Γκραντ, σε εκπληκτικές ερμηνείες. Δύο σπουδαίοι ηθοποιοί στο ζενίθ της καριέρας τους, ενώ στους δεύτερους ρόλους, ο Κλάουντ Ρέινς ήταν υποψήφιος για Όσκαρ ‘Β Ανδρικής Ερμηνείας και ο Αλέξης Μινωτής, ενσαρκώνει έναν χαρακτηριστικό ρόλο. Το εξαιρετικό σενάριο του Μπέν Χέκτς (υποψήφιο για Όσκαρ) ξετυλίγεται ιδανικά από τον μετρ του είδους Χίτσκοκ, που εδώ τον συναντάμε στα καλύτερά του. Η ταινία έμεινε επίσης στην ιστορία ως η δεύτερη και τελευταία συνεργασία της Μπέργκμαν με τον Χίτσκοκ.

Είχε προηγηθεί το “Spellbound” του 1945 – που στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Νύχτα Αγωνίας” – όπου η Μπέργκμαν πρωταγωνιστούσε στο πλευρό του Γκρέγκορι Πεκ. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, βασισμένο στο μυθιστόρημα του 1927 με τον τίτλο “The House of Dr. Edwardes”, των Χίλαρι Σεντ, Τζορτζ Σόντερς και Τζον Πάλμερ. Θα ακολουθήσει η γνωριμία της Μπέργκμαν με τον Ροσελίνι και η αλλαγή της σελίδας στην καριέρας της με τις ταινίες που δημιούργησε στην Ιταλία, κάτι που όπως λέγεται ο Χίτσκοκ δεν της το συγχώρησε ποτέ…

«Σιωπηλός Μάρτυρας» (Rear Window – 1954)

Ένας ριψοκίνδυνος φωτορεπόρτερ (Τζέιμς Στιούαρτ) βρίσκεται ακινητοποιημένος, με το πόδι στον γύψο και περνάει την ώρα του παρακολουθώντας τα γεγονότα που συμβαίνουν στη γειτονιά, ώσπου ξαφνικά γίνεται αυτόπτης μάρτυρας του φόνου που διέπραξε ένας από τους απέναντι ενοίκους. Με τη βοήθεια της αγαπημένης του (Γκρέις Κέλι), θα προσπαθήσει να εξιχνιάσει το έγκλημα.

Η επιδραστικότητα της ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου φαίνεται καθαρά στα μοτίβα του «Σιωπηλού Μάρτυρα», που μεταφέρθηκαν τροποποιημένα από πολυάριθμους επιγόνους, από τη «Συνομιλία» του Φράνσις Φορντ Κόπολα μέχρι το «Blowup» του Μικελάντζελο Αντονιόνι και το «Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά» του Ντάριο Αρτζέντο.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ κι ο Τζέιμς Στιούαρτ συνεργάστηκαν συνολικά τέσσερις φορές. Η «Θηλιά», υπήρξε η πρώτη τους συνεργασία, η οποία όμως δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Όμως η δεύτερη συνεργασία τους, ο «Σιωπηλός Μάρτυρας», υπήρξε θριαμβευτική. Η ταινία προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ (Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Ήχου, Φωτογραφίας), χωρίς όμως να αποσπάσει κάποιο από τα χρυσά αγαλματίδια. Ενώ ο Στιούαρτ θεωρήθηκε ως ο πιο εμπορικός σταρ εκείνης της χρονιάς.

Ένας ασύλληπτος κλέφτης, ο οποίος πλέον έχει αποσυρθεί από το επάγγελμα, ερωτεύεται μια πλούσια Αμερικανίδα και χωρίς να το καταλάβει, καταλήγει καταζητούμενος της αστυνομίας. Ο Κάρι Γκραντ ενσαρκώνει τον Τζον Ρόμπι, έναν μετανιωμένο κλέφτη κοσμημάτων, παλιότερα γνωστό ως «Γάτο», σε αυτό το κλασικό ατμοσφαιρικό θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όταν ένα νέο κύμα κλοπών κοσμημάτων ξεσπά στα πολυτελή ξενοδοχεία της Γαλλικής Ριβιέρας, ο Ρόμπι θεωρείται ύποπτος και πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του. Στο πρόσωπο της ευκατάστατης κληρονόμου Φράνσις (Γκρέις Κέλυ) βλέπει την ευκαιρία να παγιδεύσει τον πραγματικό κλέφτη, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα τα εκθαμβωτικά κοσμήματα της μητέρας της (Τζέσι Ρόϋς Λάντις). Το σχέδιό του ναυαγεί, η Φράνσις όμως που πιστεύει ότι είναι αθώος, προσπαθεί να του αποδείξει την αγάπη της, βοηθώντας τον να δραπετεύσει. Μέσα από κλιμακούμενες εντάσεις, ο αληθινός εγκληματίας σταδιακά αποκαλύπτεται…

Ένα από τα κλασικά φιλμ του Άλφρεντ Χίτσκοκ με δύο υπέροχους ηθοποιούς επί της οθόνης, το οποίο απέσπασε το Όσκαρ Φωτογραφίας, ενώ είχε δύο ακόμα υποψηφιότητες στις Κατηγορίες Σκηνικών και Κοστουμιών. Το φιλμ είχε προβληθεί εκείνη την χρονιά και στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας. Το «Κυνήγι του Κλέφτη» αποτελεί την πρώτη, από τις πέντε δημιουργίες του μετρ του σασπένς η οποία γυρίστηκε σε Vistavision. Συγχρόνως ήταν η τελευταία ταινία που η Γκρέις Κέλι γύρισε για λογαριασμό του Χίτσκοκ, καθώς η ηθοποιός παντρεύτηκε τον πρίγκηπα Ρενιέ του Μονακό και αποσύρθηκε. Χρόνια αργότερα ο Χίτσκοκ προσπάθησε να αναθέσει στην Πριγκίπισσα Γκρέις τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Μάρνι (Marnie, 1964), αλλά η Κέλι αναγκάστηκε να αρνηθεί καθώς οι πολίτες του Μονακό αντέδρασαν αρνητικά.

Στη διάρκεια ενός ταξιδιού για ένα ιατρικό συνέδριο, ο γιατρός Μεπν ΜακΚένα (Τζέιμς Στιούαρτ), η σύζυγος του Τζοζεφίν ΜακΚένα (Ντόρις Ντέι) και ο νεαρός γιος τους Χανκ (Κρίστοφερ Όλσεν), αποφασίζουν να επισκεφτούν κι άλλες γειτονικές περιοχές του Μαρόκο. Μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη του, ο Γάλλος Λουί Μπερνάρντ (Ντανιέλ Γκελίν), μεταμφιεσμένος ως Άραβας, πλησιάζει τον Μπεν και του ψιθυρίζει ότι σχεδιάζεται απόπειρα δολοφονίας ενός πολιτικού προσώπου στο Λονδίνο. Ο Μπεν όμως είναι διστακτικός και δε θέλει να δώσει τις πληροφορίες που έχει στις αρχές, γιατί ταυτόχρονα έχει απαχθεί ο γιος τους από ένα ζευγάρι που επίσης γνώρισαν στο ταξίδι τους.

Η ταινία “Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά”, είναι ένα θρίλερ αγωνίας του 1956, από τον μετρ του είδους, Άλφρεντ Χίτσκοκ, με πρωταγωνιστές τους Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι. Πρόκειται βέβαια, για το ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του σκηνοθέτη που μας είχε πρωτοπαρουσιάσει το 1934. Ο Χίτσκοκ, μιλώντας για αυτές τις δύο δημιουργίες του, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, πως θεωρούσε την εκδοχή του 1934 ως τη «δουλειά ενός ταλαντούχου ερασιτέχνη», ενώ αυτή του 1956 «ενός επαγγελματία».

Οι cameo εμφανίσεις του Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι κάτι σαν υπογραφή του, στις ταινίες του. Έτσι λοιπόν, το φιλμ “Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά”, δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση καθώς βλέπουμε τον δημιουργό στο χρονικό σημείο 25:42 να παρακολουθεί ακροβάτες στην αγορά του Μαρόκο, λίγο πριν πεθάνει ο κατάσκοπος.

Ο Χίτσκοκ, φλέρταρε με την ιδέα ενός ριμέικ της ταινίας ήδη από το 1941, αλλά επανήλθε στο προσκήνιο το 1956. Η Paramount συμφώνησε τότε πως ήταν όντας ένα σενάριο που μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί στη δεκαετία εκείνη. Ο σεναριογράφος Τζον Μάικλ Χέις προσλήφθηκε με τη συμφωνία ότι δε θα έβλεπε την προηγούμενη ταινία, ούτε θα διάβαζε το σενάριο, αλλά θα δούλευε με τις οδηγίες που θα του έδινε, ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Ο Χίτσκοκ επανέφερε τον Τζέιμς Στιούαρτ ως πρωταγωνιστή και το στούντιο συμφώνησε γιατί ήθελε μια είδους σύνδεση στα δύο έργα. Ο σκηνοθέτης ζήτησε τη Ντόρις Ντέι για το γυναικείο ρόλο, παρόλο που οι παραγωγοί επιμένανε να βρεθεί μια ηθοποιός όπως η Λάνα Τέρνερ, η Γκρέις Κέλυ ή η Κιμ Νόβακ. Τελικά ο Χίτσκοκ τους έπεισε και η Ντέι πήρε τον ρόλο.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε, ότι οι πλοκές των δύο ταινιών διαφέρουν σημαντικά. Η πρώτη ανοίγει με φόντο το St Moritz, της Ελβετίας, και όχι το Μαρόκο. Το πρώτο κορυφώνεται σε μια καταδίωξη στο Λονδίνο, ενώ η σκηνή αυτή απουσιάζει πλήρως από την αντίστοιχη του 1956. Ενώ, η κόρη στην ταινία του 1934, γίνεται γιος στο ριμέικ. Η ταινία, απέσπασε Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, για το “Whatever Will Be, Will Be (Que Sera, Sera),” που ερμήνευσε μοναδικά η Ντόρις Ντέι. Για την ιστορία να πούμε, ότι το φιλμ, συμμετείχε και στο Επίσημο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών το 1956.

Ένας αστυνομικός του Σαν Φρανσίσκο, ο Σκοτ Φέργκιουσον (Τζέιμς Στιούαρτ), φεύγει από το Σώμα λόγω της υψοφοβίας του. Ένας παλιός του φίλος και εφοπλιστής, τον προσλαμβάνει για να παρακολουθεί τη νευρωτική και με τάσεις αυτοκτονίας, γυναίκα του, Μαντλέν (Κιμ Νόβακ).

Ο αστυνομικός την ερωτεύεται, αλλά αδυνατεί να την σώσει όταν αυτή επιχειρεί ένα πήδημα θανάτου από ψηλά. Καιρό μετά κι ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από τις εμμονές του, θα ξανασυναντήσει την νεκρή του αγάπη στο πρόσωπο της μελαχρινής πλέον Τζούντι…

Το φιλμ του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου», είναι μια περίπλοκη πραγματεία πάνω στη ζωή και στον θάνατο, στην πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων ψυχώσεων και στα ακαθόριστα κίνητρα μιας παθιασμένης αγάπης. Με μια πρώτη ανάγνωση η ταινία είναι απλά μία ιστορία μυστήριου. Διαθέτει όμως αναμφισβήτητα όλες εκείνες τις χάρες ενός καλογυρισμένου αστυνομικού θρίλερ, με μια σειρά ανατροπών σε ανιούσα κλίμακα, εμπλουτισμένη με σωστή δοσολογία σασπένς.

Μία από τις πιο δημοφιλείς δημιουργίες του μετρ του σασπένς Άλφρεντ Χίτσκοκ, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ στην τέταρτη και τελευταία συνεργασία τους. Η ταινία ήταν υποψήφια για δύο Όσκαρ – στις κατηγορίες Best Art Direction-Set Decoration, Black-and-White or Color και Best Sound.

Ο Ρότζερ Θόρνχιλ (o Κάρι Γκραντ ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του), ένας φιλήσυχος διαφημιστής, από ένα λάθος, θα γίνει το θύμα απαγωγής μιας συμμορίας κατασκόπων, με αρχηγό τον Φίλιπ Βάνταμ, οι οποίοι νομίζουν ότι ο Θόρνχιλ είναι ο ανύπαρκτος πράκτορας της CIA Τζορτζ Κάπλαν. Ο Ρότζερ θα δραπετεύσει, αλλά θα πρέπει να βρει τον Κάπλαν για να μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του, καθώς τον κατηγορούν για ένα φόνο που ποτέ δεν διέπραξε. Προσπαθεί λοιπόν να διερευνήσει μόνος του την υπόθεση και καταδιωκόμενος από τους πάντες και τα πάντα μπλέκει σε μια περιπέτεια από τη μία ως την άλλη άκρη της Αμερικής.

Αμείωτο σασπένς από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Αγωνία, καταιγιστικός ρυθμός, απρόβλεπτες ανατροπές, δηλητηριώδες χιούμορ, καθηλωτική εξέλιξη που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Η ταινία «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων», αποτέλεσε την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Άλφρεντ Χίτσκοκ και συνδυάζει μ’ έναν τρόπο μαγικό την καθαρόαιμη περιπέτεια, το ψυχολογικό θρίλερ και το καυστικό χιούμορ, με το ρομαντικό δράμα. Μία ταινία αρχέτυπο στην κινηματογραφική αφήγηση. Το υπέροχο μουσικό σκορ υπογράφει ο βασικός συνεργάτης του Χίτσκοκ και σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Μπέρναν Χέρμαν.

Η δραματουργία της ταινίας είναι βασισμένη εξ’ ολοκλήρου πάνω σε μια απάτη και περιλαμβάνει σεκάνς που έχουν περάσει στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά: το ραντεβού στη μέση του πουθενά με τον θάνατο, όπου ο Θόρνχιλ καταδιώκεται από ένα ψεκαστικό αεροπλάνο και η τελική μονομαχία στο όρος Ράσμορ, στη Βόρεια Ντακότα,  ακριβώς δίπλα στην τεράστια πέτρινη μύτη του Αβραάμ Λίνκολν. Σκηνές οι οποίες αποτελούν μαθήματα σκηνοθεσίας και μοντάζ, ενώ είναι παράλληλα από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές δράσης που μας έχει χαρίσει ο κινηματογράφος.

Μεταφερόμαστε στο Φοίνιξ, της Αριζόνα. Δύο εραστές, η Μάριον Κρέιν (Τζάνετ Λι) και ο Σαμ Λούμις (Τζον Γκέιβιν) βρίσκονται σ’ ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης και συζητούν για τα προβλήματά τους. Τα οικονομικά του Σαμ δεν τους επιτρέπουν να παντρευτούν. Δυστυχισμένη και απεγνωσμένη να βελτιώσει την κατάσταση, η Μάριον κλέβει 40.000 δολάρια μετρητά από το γραφείο στο οποίο εργάζεται. Στην συνέχεια, μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει από την πόλη, αλλά η συμπεριφορά της κινεί υποψίες στους υπόλοιπους.

Η Μάριον οδηγεί όλη τη νύχτα στην βροχή, και, εξαντλημένη, παρκάρει σε μια γωνιά του δρόμου και αποκοιμιέται μέσα στο αυτοκίνητο. Το επόμενο πρωί, συνεχίζει τον δρόμο της, αλλά ένα περιπολικό την ακολουθεί. Εκείνη θα αλλάξει αυτοκίνητο και στο τέλος οι αστυνομικοί θα την χάσουν. Το βράδυ εντοπίζει ένα μικρό μοτέλ που μοιάζει απομονωμένο, και αποφασίζει να σταματήσει εκεί.

Ο ιδιοκτήτης του μοτέλ, ο Νόρμαν Μπέητς (Άντονι Πέρκινς) είναι ένας φαινομενικά συμπαθητικός και εξυπηρετικός νέος, που ζει μοναχικά στο απέναντι σπίτι μαζί με την άρρωστη μητέρα του. Η Μάριον δέχεται να δειπνήσει μαζί του, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του – την ακούει να τον μαλώνει στο σπίτι τους – και αργότερα, αποκαμωμένη, πηγαίνει στο δωμάτιό της για να κάνει ντους, χωρίς όμως να ξέρει ότι ο Νόρμαν την παρακολουθεί από μια τρύπα στον τοίχο…

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοτς «Ψύχωση», το διαχρονικό «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, αν και αρχικά συνάντησε αντιδράσεις από τους πουριτανούς της εποχής, ωστόσο εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του σκηνοθέτη. Η Τζάνετ Λι βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της και ο Άλφρεντ Χίτσκοκ προτάθηκε για Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας από το Σωματείο των Αμερικανών συναδέλφων του. Το φιλμ απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά δεν κατάφερε τελικά να αποσπάσει κάποιο από τα χρυσά αγαλματίδια.

Η Τζάνετ Λι που ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου έχασε το βραβείο από από τη Σίρλεϊ Τζόουνς – για την ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς, “Είμαστε Διεφθαρμένοι;” (Elmer Gantry) – ενώ ο Χίτσκοκ έχασε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας από τον επίσης σπουδαίο δημιουργό, Μπίλι Γουάιλντερ για την ταινία “Η Γκαρσονιέρα” (The Apartment), που κέρδισε επίσης και το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ταινίας είναι το γεγονός ότι ενώ διαδραματίζονται σκηνές άγριων δολοφονιών, είναι κινηματογραφημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην παρουσιάζεται στον θεατή ως ωμή βία, αλλά προκαλώντας του μόνο τρόμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2006 η ταινία ψηφίστηκε από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου του Σικάγου ως η πιο τρομακτική ταινία όλων των εποχών, ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει συμπεριλάβει στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Η Μέλανι Ντάνιελς (Τίπι Χέντρεν), είναι μια πλούσια δικηγόρος, που συναντά τυχαία τον Μιτς Μπρένερ (Ροντ Τέιλορ), ο οποίος ψάχνει να αγοράσει δύο πουλιά, για την αδερφή του, Κάθυ (Βερόνικα Κατράιτ). Αποφασίζει από παρόρμηση να του τα αγοράσει και να τα πάει στο σπίτι του. Την επόμενη ημέρα, δέχεται επίθεση από πάρα πολλά πουλιά σε ένα πάρτι γενεθλίων. Το ίδιο βράδυ, εκατοντάδες πουλιά, κατεβαίνουν από μια καμινάδα τρομοκρατώντας τους Μπρένερ.

Πανικός επικρατεί στην μικρή πόλη, καθώς ορδές πουλιών επιτίθενται σε βενζινάδικα σχολεία και φάρμες. Πολλοί από τους κατοίκους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για το Σαν Φρανσίσκο. Κανένα σπίτι δεν είναι πια ασφαλές. Η Μέλανι κι ο Μιτς ετοιμάζονται κι εκείνοι να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, ενώ χιλιάδες πουλιά τους παρακολουθούν να αναχωρούν…

Η ταινία «Τα Πουλιά», είναι βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα που έγραψε το 1952 η Δάφνη Ντι Μωριέ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι η Τίπι Χέντρεν, ο Ροντ Τέιλορ κι η Τζέσικα Τάντι. Το σενάριο έγραψε ο Έβαν Χάντερ, στον οποίο ο Χίτσκοκ ζήτησε να αναπτύξει καινούργιους χαρακτήρες και να γράψει υπόθεση, που να είναι διαφορετική από το μυθιστόρημα της Ντι Μωριέ, κρατώντας ως μοναδικό κοινό στοιχείο τις ανεξήγητες επιθέσεις των πουλιών του διηγήματος. Η ταινία δε συνοδεύεται από μουσική υπόκρουση, ενώ ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε ηχητικά εφέ σε εναλλαγή με περιόδους σιωπής.

Η αλήθεια είναι ότι ο Χίτσκοκ είχε οραματιστεί την ταινία με πρωταγωνιστές τους Γκρέις Κέλι και Κάρι Γκραντ. Όμως η Κέλι μετά τον γάμο της με τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό, είχε αποσυρθεί από τα κινηματογραφικά δρώμενα κι ο Γκραντ δεν ήταν διαθέσιμος εκείνη την περίοδο. Έτσι ο σκηνοθέτης ανέθεσε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην άσημη ακόμα τότε Τίπι Χέντρεν και στον Ροντ Τέιλορ. Κι οι δυο ηθοποιοί υπέγραψαν συμβόλαιο για μελλοντικές συνεργασίες με τον σκηνοθέτη, αλλά μόνο η Χέντρεν γύρισε άλλη μια ταινία με τον Χίτσκοκ, το Μάρνι (Marnie) παραγωγής επίσης του 1963.

Το φιλμ έλαβε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην κατηγορία για τα ειδικά εφέ, για την υπέροχη δουλειά του Ούγκο Άιρεκς, αλλά έχασε από την ταινία Κλεοπάτρα (Cleopatra, 1963) του Joseph L. Mankiewicz. Πενήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη της προβολής στις κινηματογραφικές αίθουσες, «Τα Πουλιά» βρίσκονται δικαίως στη λίστα με τις πιο τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών, σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Αποτελώντας ένα από τα πιο ολοκληρωμένα, ψυχαγωγικά, τρομακτικά αλλά και ταυτόχρονα πολυεπίπεδα σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, φιλμ της καριέρας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Με πρωτοποριακά για την εποχή του ειδικά εφέ και σκηνές ανθολογίας που συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης και αντιγραφής.

«Για να φτιάξεις μία πραγματικά καλή ταινία χρειάζεσαι 3 πράγματα: σενάριο, σενάριο, και σενάριο…» – Άλφρεντ Χίτσκοκ.

Πηγή