«Δεν τίθεται σε αμφισβήτηση η επένδυση στην περιοχή Αφάντου Ρόδου από αρχαιολογικής πλευράς», ξεκαθαρίζει η Γενική Γραμματέας του …
υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, Μαρία Βλαζάκη, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για το θέμα που ανέκυψε πρόσφατα με την αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου της περιοχής. «Με την αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου Αφάντου δεν προστίθεται κανείς νέος όρος σε σχέση με τα αρχαιολογικά θέματα πέραν εκείνων που είχαν συμπεριληφθεί στο αρχικό Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ)», τονίζει η ίδια, σημειώνοντας ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για επίσημη γνωστοποίηση πως στην περιοχή έχουν εντοπιστεί αρχαιότητες και είναι απαραίτητος ο έλεγχος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

«Η επέκταση δεν περιλαμβάνει ζώνες προστασίας αδόμητες ή με άλλους περιορισμούς. Τέτοιες κηρύξεις υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα και μέσα σε πόλεις. Η ίδια η Αθήνα είναι τέτοιος κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος, ενώ το ΤΑΙΠΕΔ έχει προωθήσει στο επενδυτικό του πρόγραμμα και άλλους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, όπως όλη η μεγάλη έκταση του Αστέρα Βουλιαγμένης, όπου γίνονται έργα και επενδύσεις», σημειώνει, συμπληρώνοντας ότι στην περιοχή της αναοριοθέτησης Αφάντου έχουν ήδη ανεγερθεί ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις μετά από έγκριση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αφού είχαν εντοπιστεί αρχαιότητες στον χώρο ανέγερσής τους και είχε προηγηθεί ανασκαφική έρευνα.

«Τέτοιες έρευνες και άλλα στοιχεία έρευνας πεδίου οδήγησαν την τοπική υπηρεσία στην πρόταση της αναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου, δηλαδή στην επίσημη γνωστοποίηση», επισημαίνει, τονίζοντας ότι η ίδια η Ρόδος είναι ένας τόπος που αναπτύσσεται στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στους αρχαιολογικούς χώρους, τα μνημεία και τις αρχαιότητές της. «Η επίσημη γνωστοποίηση της περιοχής της Αφάντου σε σχέση με τις αρχαιότητες είναι σωστό που έγινε έστω τώρα. Αντίθετα, αν γινόταν μετά τη λήξη του θέματος τότε θα εκλαμβανόταν ως συνειδητή απόκρυψη με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τώρα κατοχυρώνονται όλοι, φυσικά και οι επενδυτές», τονίζει η ΓΓ.

Όπως πληροφορεί η ίδια, ήδη το 2013 το ΕΣΧΑΔΑ Αφάντου Ρόδου είχε εξεταστεί δυο φορές από το ΚΑΣ και είχαν εκδοθεί δυο Υπουργικές Αποφάσεις που έθεταν όρους και περιορισμούς από αρχαιολογικής πλευράς, δηλαδή έλεγχο των εκσκαφών και ανασκαφική έρευνα αν εντοπιστούν αρχαιότητες, καθώς και υποβολή των οριστικών μελετών προς έγκριση στις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού. «Αυτοί οι όροι συμπεριλήφθησαν στο αρχικό ΕΣΧΑΔΑ και στο σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που για λόγους άσχετους από αρχαιολογικά θέματα δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτοί οι όροι είναι προς γνώση όλων των ενδιαφερομένων», τονίζει η κ. Βλαζάκη, που εξηγεί ότι το νέο ΕΣΧΑΔΑ του Αφάντου εξετάζεται σήμερα από το Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης για την Αξιοποίηση της Δημόσιας Υπηρεσίας για διάφορους λόγους. «Τα μέλη γνωρίζουν ότι δεν διαφοροποιείται ως προς τους αρχαιολογικούς περιορισμούς που είχαν τεθεί στο αρχικό ΕΣΧΑΔΑ και δεν τίθεται σε αμφισβήτηση η επένδυση από αρχαιολογικής πλευράς. Αν υπάρξει κάποιο ζήτημα δεν θα είναι από αρχαιολογικής πλευράς. Αυτό έχει ξεκαθαριστεί», τονίζει.

Και συνεχίζει: «Δεν νομίζω να υπάρχει κανείς στη χώρα μας που να μην θέλει την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς όπως επιβάλλει άλλωστε το Σύνταγμα. Πιστεύουμε στη βιώσιμη ανάπτυξη με παράλληλη προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Καθώς η χώρα μας βρίθει αρχαιοτήτων, το ΥΠΠΟ εξετάζει συνεχώς περιπτώσεις και βρίσκει συνεχώς λύσεις στο να γίνονται αναπτυξιακά έργα λαμβάνοντας υπόψη αρχαιότητες», καταλήγει η συνομιλήτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο αρχαιολογικός χαρακτήρας της περιοχής αποτυπώθηκε στον χαρακτηρισμό του αρχαιολογικού χώρου του Ερημοκάστρου το 1999 για την προστασία των μέχρι τότε αρχαιοτήτων (παλαιοντολογικά ευρήματα, τοιχισμένη ακρόπολη, ταφές, οικιστικά κατάλοιπα) και στον καθορισμό Ζωνών Προστασίας το 2000. Η πρόσφατη αναοριοθέτηση δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 21/4/2016 στο Φ.Ε.Κ. (70/ΑΑΠ). Στηρίχθηκε στον φάκελο που είχε συγκροτηθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού ήδη από το 2013 βάσει των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών, οι οποίες έφεραν στην επιφάνεια πλήθος ευρημάτων, όπως ταφές προϊστορικών, κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, αρχαίες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις με κτιριακές υποδομές και κλιβάνους που χρονολογούνται από την ελληνιστική περίοδο έως και την ύστερη αρχαιότητα.

Πηγή: ΑΠΕ, ΜΠΕ