Στις 28 Απριλίου 1977 ολοκληρώνεται η πολύκροτη δίκη των ηγετών της Ομάδας Μπάαντερ-Μάινχοφ, γνωστής επίσης και ως…
Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF). Οι Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Έσλιν και Ζαν- Καρλ Ράσπε κρίνονται ένοχοι για τέσσερις φόνους και 30 απόπειρες δολοφονιών. Η ποινή τους ήταν ισόβια κάθειρξη, η σοβαρότερη ποινή που μπορούσε να επιβληθεί στη Γερμανία.

Η Φράξια Κόκκινος Στρατός ιδρύθηκε από τους Αντρέας Μπάαντερ και Ουλρίκε Μάινχοφ το 1968. Η οργάνωση προήλθε σαν αντίδραση στην πολιτική κατάπνιξης και εξουδετέρωσης της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς από το γερμανικό κράτος, υιοθέτησε αρχές του λεγόμενου αντάρτικου των πόλεων και κήρυξε τον ένοπλο αγώνα για την εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία.

Ο Μπάαντερ φυλακίζεται το 1970, αλλά καταφέρνει να αποδράσει. Το 1972, συλλαμβάνεται η Μάινχοφ, η οποία καταδικάζεται σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer (Αμβούργο, 1972). Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μπάαντερ συλλαμβάνεται και πάλι, ενώ η Μάινχοφ κρεμιέται στο κελί της. Η απόδοση του θανάτου της σε αυτοκτονία αμφισβητείται από μερικούς ως και σήμερα, αλλά δεν έχει ως τώρα παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να ανατρέπει την επίσημη εκδοχή. Διεθνής επιτροπή από επιστήμονες και δημοσιογράφους προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας.

Η επιτροπή, στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμά της είναι όμως αμφισβητούμενο. Στις 21 Μαΐου 1975, ξεκινάει στις φυλακές υψίστης ασφαλείας η δίκη της ηγετικής ομάδας κάτω από πρωτοφανή αστυνομοκρατία, αλλά και ειδικά δικαστικά μέτρα, που έμειναν στην Ιστορία για τη σκληρότητά τους, την περιφρόνηση του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη και συνήγοροι των κατηγορουμένων αποκλείστηκαν από τη διαδικασία και βρέθηκαν αργότερα οι ίδιοι κατηγορούμενοι, ως συνεργάτες των τρομοκρατών.

Τον Απρίλιο του 1977, ο Μπάαντερ και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε ισόβια κάθειρξη. Στη διάρκεια της δίκης, μέλη της οργάνωσης συνεχίζουν τη δράση τους, με αποτέλεσμα η χρονιά εκείνη να αποτελέσει την πιο αιματοβαμμένη στην ιστορία της τρομοκρατίας στη Γερμανία. Στις 7 Απριλίου εκτελούνται στη μέση του δρόμου ο εισαγγελέας Μπούμπακ, ο οδηγός του και ένας αστυνομικός.

Στις 30 Ιουλίου, μέλη της οργάνωσης επιχειρούν να απαγάγουν τον τραπεζίτη Πόντο. Αυτός αντιστέκεται και δολοφονείται. Πέντε εβδομάδες αργότερα δολοφονούνται πέντε μέλη της συνοδείας του προέδρου των Γερμανών βιομηχάνων, Χανς Μάρτιν Σλάιερ, και ο ίδιος απαγάγεται. Αίτημα, η απελευθέρωση των φυλακισμένων συντρόφων. Την ίδια περίοδο, Παλαιστίνιοι καταλαμβάνουν αεροσκάφος της Lufthansa, με προορισμό τη Σομαλία, απαιτώντας την απελευθέρωση των κατηγορουμένων.

Στις 17 Οκτωβρίου, η ειδική αντιτρομοκρατική ομάδα GSG 9 εισβάλλει στο αεροπλάνο, απελευθερώνοντας τους ομήρους και σκοτώνοντας τους περισσότερους Παλαιστίνιους. Την επόμενη ημέρα, ο Μπάαντερ, η Εσλιν και ο Ράσπε βρίσκονται νεκροί στο κελί τους, με την επίσημη εκδοχή να κάνει λόγο για αυτοκτονία, η οποία όμως αμφισβητείται μέχρι σήμερα. Τον Απρίλιο του 1992, η οργάνωση ανακοινώνει ότι θα σταματήσει να χτυπά «εκπροσώπους του κράτους και του οικονομικού συστήματος». Τον Ιούλιο του 1993, συλλαμβάνονται δύο μέλη της RAF.

Ακολουθεί ανταλλαγή πυροβολισμών και πέφτουν νεκροί ο Βόλφγαγκ Γκραμς, ένας αστυνομικός, ενώ συλλαμβάνεται η Μπίργκιτ Χόγεφελντ. Τελικά, με προκήρυξή της τον Απρίλιο του 1998, η οργάνωση αναγγέλλει την αυτοδιάλυσή της και ζητάει συγγνώμη για τα λάθη της. «Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε λόγο για μια πορεία χωρίς λάθη», γράφει.

Πηγή