Του Ευρωβουλευτή Νίκου Ανδρουλάκη για το Βρετανικό Δημοψήφισμα
Σε λίγες εβδομάδες ένα πολύ σημαντικό δημοψήφισμα αναμένεται να διεξαχθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για την παραμονή, ή όχι, της…
χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιστορικά η Βρετανία είχε πάντα μια επιφυλακτική, και συχνά αντιφατική, στάση ως προς την συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Από την εποχή του βέτο του Προέδρου Ντε Γκώλ μέχρι την είσοδο της χώρας στην τότε ΕΟΚ και την «επαναδιαπραγμάτευση» της κας Θάτσερ, η Βρετανία συμπεριφερόταν με γνώμονα την γνωστή ρήση του Γκράουτσο Μαρξ ότι «δεν θέλω να είμαι μέλος μιας λέσχης που με θέλει για μέλος».

Υπό φυσιολογικές συνθήκες το «Brexit» θα έπρεπε να είναι λογικά αδιανόητο. Τα κράτη μέλη της ΕΕ, προορισμός περίπου του 50% των εξαγωγών της Μ. Βρετανίας είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της. Εκατομμύρια Βρετανοί ζουν και εργάζονται στην ηπειρώτικη Ευρώπη, και τα πανεπιστήμια της χώρας κατακλύζονται από ευρωπαίους φοιτητές. Ακόμα και η περίφημη «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ που επικαλούνται συχνά – πυκνά Βρετανοί σχολιαστές ισχύει μόνο στο βαθμό που το Λονδίνο μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Πρόεδρος Ομπάμα κατά την επίσκεψη του στο νησί πριν από λίγες ημέρες.

Ωστόσο, δυστυχώς, ζούμε σε ανορθολογικούς καιρούς. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή ιστορία έτσι και στο Βρετανικό δημοψήφισμα, απόψεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούντο περιθωριακές και εκκεντρικές έχουν κατακλύσει τον δημόσιο διάλογο. Αυτές τις μέρες δεν είναι ασυνήθιστο να διαβάσει κάποιος κινδυνολογικές αναλύσεις στον Βρετανικό τύπο περί υποχρεωτικής αλλαγής της ώρας (!) ώστε να συμβαδίζει με αυτή των Βρυξελών ή υπαγωγής του στρατού σε Γερμανική διοίκηση.

Από πού πηγάζει αυτός ο ανορθολογισμός; Η Βρετανία δεν είναι σε οικονομική κρίση. Η οικονομία της έχει καταφέρει να ανταπεξέλθει στα σκαμπανεβάσματα της παγκόσμιας κρίσης, η ποσοτική χαλάρωση της Τραπέζης της Αγγλίας διέσωσε τις επιχειρήσεις και τις θέσεις εργασίας, η ανεργία είναι περιορισμένη. Αναμφισβήτητα δομικά προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μεταφράζονται σε ένα κλίμα γενικευμένης οικονομικής απογοήτευσης που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια αρνητική ψήφο υπέρ της εξόδου από την ΕΕ.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι πολιτικό. Τα δυο μεγάλα κόμματα με τις αστοχίες τους επέτρεψαν σε μια συμμαχία εθνολαϊκιστών να επικρατήσει στον δημόσιο διάλογο και να καθορίσει την θεματολογία διεξαγωγής του.

Προσπαθώντας να αποφύγει μια εξέγερση μέσα στο ίδιο του κόμμα ο κ. Κάμερον έκανε το στρατηγικό λάθος να υιοθετήσει το αίτημα του δημοψηφίσματος. Θεώρησε ότι έτσι θα θωρακιζόταν από την κεντρόφυγη πίεση που του ασκούσε το λαϊκιστικό και ευρωφοβικό UKIP στα δεξιά του. Το αποτέλεσμα σήμερα είναι ότι βλέπει έναν σημαντικό αριθμό βουλευτών του να στηρίζουν την εκστρατεία υπέρ της εξόδου της οποίας ηγείται ο, προερχόμενος από το κόμμα του, Δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον.

Ταυτόχρονα όμως και στο Εργατικό κόμμα του κ. Κόρμπιν επικράτησε μια επαμφοτερίζουσα στάση. Στηριζόμενος, και προερχόμενος ο ίδιος, ο νέος ηγέτης των Εργατικών σε μειοψηφικές ομάδες μαρξιστών και τροτσκιστών αναγκάστηκε να υιοθετήσει μια «χλιαρή» στάση και άργησε πολύ να τοποθετηθεί υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακόμα χειρότερα οι υπέρμαχοι του «Ναι» διέπραξαν ένα σοβαρό λάθος τακτικής. Υιοθετώντας μια αφήγηση που υπερθεμάτιζε τους κινδύνους και τις αρνητικές συνέπειες μιας βρετανικής εξόδου επέλεξαν να αγνοήσουν τα θετικά της συμμετοχής στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από την εμβάθυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την επιβολή της αδιατάρακτης ειρήνης μέχρι και την Ενιαία Αγορά η ΕΕ έχει να επιδείξει απτά παραδείγματα βελτίωσης της ζωής των ευρωπαίων των πολιτών. Άλλωστε, το μόνο σίγουρο είναι ότι με τη υπάρχουσα παγκόσμια κατανομή, αυτά που μπορούμε να πετύχουμε όλοι μαζί, δεν μπορεί να τα πετύχει κανένας μόνος του, όσο κι αν θέλουν να το προσπεράσουν όσοι επικαλούνται το αυτοκρατορικό τους παρελθόν.

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μόνο μια οριακή υπεροχή του «Ναι». Όμως αυτό που δεν λέγεται είναι οι ότι οι ψηφοφόροι υπέρ του Brexit δείχνουν πολύ μεγαλύτερο βαθμό συσπείρωσης και είναι πολύ πιθανότερο να προσέλθουν στις κάλπες μαζικά σε σχέση με τους υπόλοιπους.

Εάν υπάρχει κάτι που μπορούμε να μάθουμε παρατηρώντας τα όσα συμβαίνουν στη Μ. Βρετάνια και έχοντας την Ελληνική εμπειρία είναι ότι όταν υπερισχύουν η δημαγωγία, οι τακτικισμοί και οι γκρίζες θέσεις έναντι της ειλικρίνειας, της εθνικής στρατηγικής και των καθαρών λύσεων, τότε οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε σκοτεινά αποτελέσματα.