Δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε ό,τι αφορά την κατηγορία της συνωμοσίας…

Δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε ό,τι αφορά την κατηγορία της συνωμοσίας, έκρινε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, αλλά κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία για τις υπόλοιπες κατηγορίες που αφορούν κύρια τη χειραγώγηση της αγοράς, στην ενδιάμεση απόφασή του στην υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και πέντε πρώην ανώτατων στελεχών της.

Και οι έξι κατηγορούμενοι (Τράπεζα Κύπρου, Θεόδωρος Αριστοδήμου, Αντρέας Αρτέμη, Ανδρέας Ηλιάδης, Γιάννης Πεχλιβανίδης και Γιάννης Κυπρή) καλούνται σε απολογία για τη 2η κατηγορία, αυτή της χειραγώγησης της αγοράς μεταξύ 14/06/2012 και 26/06/2012. Ότι δηλαδή παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες έτσι ώστε να εκδοθεί δημόσια ανακοίνωση σημαντικού γεγονότος από την Τράπεζα Κύπρου για σημαντική αύξηση των κεφαλαιουχικών αναγκών της από τα €200 εκ. τα οποία είχε ανακοινώσει στις 10/05/2012.

Η Τράπεζα Κύπρου ως νομικό πρόσωπο καλείται σε απολογία και για τις κατηγορίες 3 και 4, δηλαδή ότι κατά την Ετήσια Γενική Συνέλευση της Τράπεζας στις 19/6/2012 διέδωσε πληροφορίες που έδιναν παραπλανητικές ενδείξεις σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά μέσα ενώπιον των μετόχων. Για τις κατηγορίες αυτές έχουν κληθεί σε απολογία αντίστοιχα και ο κατηγορούμενος 2, Θεόδωρος Αριστοδήμου, τότε Πρόεδρος του ΔΣ της Τράπεζας, καθώς και ο κατηγορούμενος 4 Ανδρέας Ηλιάδης, τότε Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Συγκροτήματος.

Ο κ. Αριστοδήμου έχει κληθεί σε απολογία επίσης στην 5η κατηγορία που έχει σχέση και πάλι με την Ετήσια Γενική Συνέλευση, ότι δηλαδή κατά την παροχή πληροφορίας στους μετόχους της Τράπεζας απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Τράπεζας. Ο κ. Ηλιάδης καλείται σε απολογία και για την 6η κατηγορία που αφορά επίσης απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων για το έλλειμμα της Τράπεζας κατά την Ετήσια Γενική Συνέλευση ενώ ήταν Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της.

Η υπόθεση συνεχίζεται στις 10 Μαΐου 2016 στις 08:30 όταν οι κατηγορούμενοι θα κληθούν να τοποθετηθούν κατά πόσο θα καταθέσουν ενόρκως από τη θέση του μάρτυρα, κατά πόσο θα προβούν σε ανώμοτη δήλωση που σημαίνει ότι δεν θα αντεξεταστούν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ή κατά πόσο δεν θα πουν οτιδήποτε, που επίσης είναι δικαίωμά τους όπως ανέφερε στους κατηγορούμενους η Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου.

Το Δικαστήριο επεξήγησε το σκεπτικό και τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία κατέληξε στα συμπεράσματά του, στην ενδιάμεση απόφασή του η οποία και θα δοθεί στις πλευρές αύριο.

Ανακοινώνοντας την απόφασή του για απαλλαγή των κατηγορουμένων από την κατηγορία της συνωμοσίας, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι 1 μέχρι 6 μεταξύ 14/06/2012 και 19/06/2012 συνωμότησαν όπως καταδολιεύσουν το κοινό σε σχέση με τις κεφαλαιουχικές ανάγκες της Τράπεζας, η Δικαστής Δημητριάδου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συνωμοσία δεν είναι απλώς μια ταύτιση ή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά προϋποθέτει συμφωνία.

Σε άλλη αναφορά της σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες και για το γεγονός ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης αναφέρθηκαν σε θέμα αντιφατικότητας της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, σημείωσε ότι για το θέμα της ανακοίνωσης διαφορετικές θέσεις συνιστούν απόψεις των διαφόρων μαρτύρων, που υπόκεινται σε αξιολόγηση στο τελικό στάδιο.

Δεν θεωρούμε πως τέτοιες απόψεις αποτελούν βάσιμο λόγο ανακοπής της υπόθεσης σ` αυτό το στάδιο, πρόσθεσε.

Παράλληλα, σε σχέση με οδηγία της Κεφαλαιαγοράς στην οποία καθοριζόταν η παράλειψη δημοσιοποίησης πληροφορίας ως τρόπος χειραγώγησης της αγοράς και για την οποία μεταξύ των επιχειρημάτων των δικηγόρων υπεράσπισης είχε προταθεί το ότι η οδηγία ήταν ωσάν να μην υπήρχε αφού είχε εκδοθεί από όργανο που είχε διοριστεί παράνομα από το Υπουργικό με τη συμμετοχή του Υφυπουργού παρά τω Προέδρω και του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κατά τη λήψη απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι καθίσταται σαφές ότι οι κανονιστικές πράξεις ισχύουν ωσότου καταργηθούν.

Η συγκεκριμένη οδηγία, ανέφερε η Πρόεδρος του σώματος, καταργήθηκε από της δημοσιεύσεως της μεταγενέστερης, προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται για ανάκληση. Την ίδια ώρα σε σχέση με το ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να ασκήσει παρεμπίπτων έλεγχο ως προς τη νομιμότητα της οδηγίας είπε ότι, όπως προκύπτει διαχρονικά, ο έλεγχος αυτός όταν γίνεται από αστικά ή ποινικά δικαστήρια δεν είναι απεριόριστος, αλλά γίνεται όταν προβάλλεται η εισήγηση ότι ο κανονισμός είναι αντισυνταγματικός ή ultra vires, γεγονός που το δικαστήριο δεν έκρινε ότι ισχύει στην παρούσα περίπτωση.
Πηγή