Ο Ουίλιαμ Τέρνερ, αλλιώς ο «εθνικός ζωγράφος της Μ. Βρετανίας» θα είναι το πρόσωπο του νέου χαρτονομίσματος των 20 λιρών….

Τα νέα χαρτονομίσματα θα τεθούν σε κυκλοφορία το 2020 και θα εκτυπωθούν σε πολυμερές πλαστικό, το οποίο η Τράπεζα της Αγγλίας υποστηρίζει ότι μένει καθαρότερο και πιο ασφαλές.

Ο Τέρνερ θα αντικαταστήσει τον Σκωτσέζο οικονομολόγο Adam Smith. Κατά το παρελθόν, πρόσωπα του χαρτονομίσματος υπήρξαν οι William Shakespeare, Michael Faraday και Edward Elgar.

Για πρώτη φορά πέρυσι, η Τράπεζα της Αγγλίας ζήτησε από το κοινό να προτείνει τον ιστορικό χαρακτήρα που θα ήθελε στο επόμενο χαρτονόμισμα των 20 λιρών.

Ποιος είναι ο εθνικός ζωγράφος της Μ. Βρετανίας

Ο Τζόζεφ Μάλορντ Ουίλιαμ Τέρνερ θεωρείται ο τελευταίος και σημαντικότερος εκπρόσωπος της αγγλικής ρομαντικής τοπιογραφίας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο, στο Μέιντεν Λέιν του Κόβεντ Γκάρντεν, το 1775, αλλά καθώς η μητέρα του ήταν ψυχικά άρρωστη και ως εκ τούτου νοσηλευόταν σε ψυχιατρικές κλινικές, μεγάλωσε σε συγγενικό του σπίτι στο Μπρέντφορντ, στις όχθες του Τάμεση, δυτικά του Λονδίνου. Ο πατέρας του ήταν μπαρμπέρης και διατηρούσε μαγαζί κοντά στο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου είχε πελάτες καλλιτέχνες και ηθοποιούς. Διαπίστωσε το ταλέντο του γιου του στη ζωγραφική από πολύ νωρίς και ήταν ο πρώτος που τον ενθάρρυνε να ακολουθήσει το επάγγελμα του ζωγράφου ή, έστω, του σχεδιαστή. Στην πορεία της ζωής του ο πατέρας Τέρνερ θα έμενε δίπλα του ως ο έμπιστος βοηθός του, ζώντας μαζί του στο ίδιο σπίτι, μέχρι το τέλος του.

Θεωρήθηκε αμέσως παιδί-θαύμα, γεννημένο για ζωγραφική, που με αυτήν θα μπορούσε να επιβιώσει. Ο πατέρας του, μάλιστα, έκανε συνεχώς μικροεκθεσούλες μέσα στο μαγαζί και πουλούσε τα έργα του γιου του. Από την αρχή, λοιπόν, ο πατέρας είχε δύο στόχους: να κάνει τον γιο του καλλιτέχνη και να βγάζει λεφτά. Έτσι κι έγινε. Ως το τέλος της ζωής του ο Τέρνερ ζούσε για να ζωγραφίζει και να βγάζει λεφτά από αυτό. Ήταν πάρα πολύ τσιγκούνης και παραδόπιστος. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, συγκατοικούσε με τον πατέρα του και, όταν αυτός πέθανε, ξεκίνησε κάποιες περίεργες σχέσεις με δύο γυναίκες, τις οποίες δεν παντρεύτηκε ποτέ, κι έκανε και δύο κόρες εκτός γάμου. Ήταν πάρα πολύ μοναχικός και μυστικοπαθής και δεν αποκάλυψε ποτέ τα φοβερά μυστικά της δουλειάς του».

Ο Τέρνερ άρχισε από πολύ νωρίς να ταξιδεύει στο εσωτερικό της χώρας, κυρίως στην Ουαλία, σχεδιάζοντας τοπία τα οποία ολοκλήρωνε στο ατελιέ του στο Λονδίνο. Συνήθιζε να πραγματοποιεί αυτά τα ταξίδια το καλοκαίρι και να δουλεύει τους χειμώνες.

Ο Τέρνερ ταξίδεψε πάρα πολύ στην Ευρώπη, επισκέφτηκε το Μουσείο του Λούβρου, όπου μελέτησε τους μεγάλους δασκάλους, και εμπνεύστηκε από το φυσικό στοιχείο και τις μεγάλες καταστροφές. Του έκαναν μεγάλη εντύπωση και αποτύπωσε μοναδικά μεγάλες πυρκαγιές, όπως αυτή του Κοινοβουλίου της Αγγλίας το 1834, μεγάλα λιμάνια, όπως το Γκραν Κανάλε της Βενετίας, διάσημα ναυάγια, θύελλες, καταιγίδες, την ομίχλη, αλλά πρωτίστως τον ήλιο και το δυνατό φως, εφευρίσκοντας έναν ιδιαίτερο τρόπο να χρωματίζει τους πίνακές του, τόσο τις υδατογραφίες όσο και τα λάδια του.

Πέθανε σε ηλικία 76 ετών, το 1851, στα χέρια της δεύτερης συντρόφου του, Σοφίας Μπουθ, και λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν «ο ήλιος είναι θεός». Η τεράστια επιρροή που άσκησε η τεχνοτροπία του στους ιμπρεσιονιστές, κυρίως στον Μονέ, μοιάζει σαν να μετάγγισε όλους του τους νεωτερισμούς στην εξέλιξη της ζωγραφικής. Η πατρίδα του, στην οποία άφησε όλα του τα έργα, τον τιμά ιδιαίτερα και το σημαντικότερο εικαστικό βραβείο φέρει το όνομά του. Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του μπορεί να τα δει κανείς στην Tate Gallery του Λονδίνου, αλλά και αλλού. Μια πλευρά ελληνικού ενδιαφέροντος είναι η υπέροχη ακουαρέλα «’T is Greece, but living Gree>από τον στίχο του ποιήματος «Γκιαούρ» του λόρδου Βύρωνα. Ο Τέρνερ εμπνεύστηκε ένα τοπίο κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα, με μια συμβολική γυναικεία φιγούρα που ξεψυχάει κάτω από την Ακρόπολη, αποδίδοντας έτσι τον στίχο του Βύρωνα και το φιλελληνικό πνεύμα του ποιητή. Το έργο παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη στο πλαίσιο της έκθεσης του 2000 «Αθήνα – Μόναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη Νέα Ελλάδα» σε επιμέλεια της κ. Μαριλένας Κασιμάτη.