Γράφει ο Πέτρος Μιμηλίδης, ελεύθερος επαγγελματίας
Ξεκινάω να γράφω αυτό το άρθρο, έχοντας στο μυαλό μου τους στίχους του τραγουδιού ΄΄Πατρίδα μ΄ αραεύω σε΄΄του…
Στέλιου Καζαντζίδη, ΄Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος…΄΄

Πόσο διαχρονικός και με πόσο βαθύ νόημα ο παραπάνω στίχος; Πόσες αλήθειες κρύβει και πόσο επίκαιρος είναι;

Ένας ακόμη φίλος μου φεύγει για το εξωτερικό, ακολουθώντας τους δεκάδες γνωστούς μου και τους χιλιάδες συμπατριώτες μου που εγκατέλειψαν οικογένεια, φίλους και περιουσίες για να βρούνε την ελπίδα για το μέλλον. Φεύγει για να μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται. Φεύγει για να μπορεί να δημιουργεί. Φεύγει γιατί εδώ δεν τον θέλουν – δεν τον επιθυμούν. Φεύγει γιατί κάπου αλλού αναγνωρίζουν την αξία του, τις γνώσεις του, την ευστροφία του, την εργατικότητά του, το ήθος του, την ιστορία που κουβαλάει στα γονίδιά του.

Ποιος μπορεί να μου πει ότι δεν είναι έτσι; Ποιος μπορεί να μου πει ότι ο φίλος μου κάνει λάθος κίνηση; Ποιος μπορεί να μου πει πως θα τον κάνω να αλλάξει γνώμη και να μείνει στην πατρίδα μας; Ποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει για να μείνει εδώ;

Προσπάθησα να τον μεταπείσω. Προσπάθησα να του δώσω ελπίδα. Προσπάθησα να βάλω σε μία ζυγαριά τα ωραία της χώρας μας από τη μία πλευρά και τα κακά από την άλλη, μήπως και αλλάξει γνώμη. Το αποτέλεσμα όμως δεν το περίμενα. Αντί να τον πείσω εγώ να μείνει, με προβλημάτισε ιδιαίτερα στο αν θα πρέπει να φύγω και εγώ.

Πώς μπορεί να μείνει ένας παραγωγικός νέος στην Ελλάδα μας; Πώς να δημιουργήσει; Πώς να ονειρευτεί; Πώς να ξεκινήσει; Πως μπορεί να φανταστεί οικογένεια και παιδιά, όταν δε μπορεί ούτε τον εαυτό του να συντηρήσει;

Έχει πτυχία, γνώσεις, εθελοντική δράση. Πάντα ήταν και είναι άνθρωπος της προσφοράς. Του δίνω, και όχι μόνο του παίρνω. Είναι άξιος, εργατικός, ηθικός και εύστροφος. Δεν έχει δουλειά, δε μπορεί να βρει δουλειά και τον συντηρούν οι παππούδες του, που συντηρούν παράλληλα και τους γονείς του και τα ξαδέρφια του.

Μέσα στα πολλά που μου είπε το παλικάρι (γιατί για εμένα είναι παλικάρι) συγκράτησα τα παρακάτω.

Στην πολύωρη κουβέντα μας μου είπε πολλά αλλά συγκράτησα τα παρακάτω…

Πώς να μείνω;;; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι μας διώχνουν; Δεν αναγνωρίζουν τίποτα. Μας συμπεριφέρονται λες και είμαστε κλέφτες και μας τιμωρούν. Θέλω να εργαστώ και να κάνω οικογένεια. Πώς όμως, όταν οι μισθοί είναι στα τάρταρα, οι ασφαλιστικές εισφορές στα ουράνια, και οι ατελείωτοι φόροι ακόμα πιο ψηλά; Τιμωρούν το αίμα και τον ιδρώτα των γονέων μας, που αγωνίστηκαν για να μας δώσουν κάτι παραπάνω από αυτά που δεν μπόρεσαν να τους δώσουν οι παππούδες μας. Πουλάνε και ξεφτιλίζουν την ιστορία μας, τις αξίες μας, τη θρησκεία μας, την Ελλάδα μας. Χάσαμε τον εαυτό μας με τον καθημερινό ψυχολογικό πόλεμο που μας κάνουνε μέσω των Μέσων Μαζικής Προπαγάνδας. Μας δηλητηριάζουν καθημερινά. Μας σκοτώνουν αργά αργά. Οι λαθρομετανάστες και οι πρόσφυγες έχουν περισσότερα δικαιώματα και περισσότερες ελπίδες από εμάς τους Έλληνες, μέσα στην ίδια μας τη χώρα. Οι ρουφιάνοι έχουν την τιμητική τους. Κάθε δοσίλογος έχει μεγαλύτερη αξία από όλους εμάς. Δε μπορώ όμως να ρουφιανέψω, για να αποκτήσω προσωπική ελπίδα για το αύριο. Δε μπορώ να γίνω προδότης των αξιών που διδάχτηκα όλα αυτά τα χρόνια. Όλοι στην οικογένειά μου έχουν το κούτελο και την ψυχή τους καθαρή. Ο Θεός είναι εκεί ψηλά και μας βλέπει. Προτιμώ να φύγω αφού δε με θέλουν. Ξέρω ότι μπορεί να είναι δύσκολα στην ξενιτιά, αλλά θα σταματήσω να είμαι βάρος στους γονείς μου. Ίσως να μπορέσω να τους βοηθήσω κιόλας, αν βρω καλή δουλειά. Ίσως να βοηθήσω και άλλους Έλληνες να βρούνε την ελπίδα για το αύριο. Περισσότερες από 10.000 αυτοκτονίες στα χρόνια των μνημονίων και του ξεπουλήματος της Ελλάδας μας. Δε θέλω να είμαι στους επόμενους, ούτε εγώ ούτε κάποιος από την οικογένειά μου. Θέλω να κάνω και εγώ οικογένεια, και να τη ζω εγώ. Θέλω να έχω σωστή υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση που αρρωστήσω εγώ ή κάποιο μέλος της μελλοντικής μου οικογένειας. Θέλω να νιώθω ασφάλεια για τα παιδιά που θέλω να φέρω στον κόσμο. Θέλω να έχω λογική σύνταξη όταν δε θα μπορώ να παράγω και να μη με συντηρούν τα παιδιά μου. Θέλω να με καμαρώνουν και όχι να με λυπούνται. Θέλω αξιοκρατία. Θέλω ίσα και δίκαια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είδες καθόλου φιλότιμο σε αυτούς που με ψέματα διεκδικήσαν την ψήφο μας και την εμπιστοσύνη μας; Καθημερινά μας πολεμάνε. Δεν μας θέλουν. Μας μισούν. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει.

Αρπάζω την ευκαιρία και του λέω σε αυτό το σημείο. Υπάρχουν και σωστοί πολιτικοί. Δε μπορούμε να τους βάλουμε όλους στο ίδιο καζάνι.

Και συνεχίζει να μου λέει ο φίλος μου…

Όσοι είναι σωστοί, ΄΄καίγονται΄΄ από τους τοπικούς ρουφιάνους και τους πετάνε έξω από την ομάδα τους. Δεν τους αρέσει να υπάρχουν πιο έξυπνοι δίπλα τους, γιατί είναι πιο εύκολη η σύγκριση. Έτσι είναι πιο ξεκάθαρη η διαφορά ανάμεσα στους έξυπνους και ικανούς, και τους πονηρούς ανίκανους. Για αυτό τους πολεμάνε. Βλέπεις δε μπορούν να καταλάβουν το όραμά τους για το κοινό καλό. Δεν τους συμφέρει να είμαστε όλοι καλύτερα. Τους βολεύει και τους συμφέρει η εκμετάλλευση. Όσους μπορούνε να φέρουν ελπίδα και κάτι καλύτερο για τον τόπο μας, τους θεωρούνε ξένους και τους πολεμάνε. Όποιος δεν είναι από το χωριό μας είναι ξένος. Ξένος γιατί δεν θα έχει την υποχρέωση να μου κάνει προσωπικό ρουσφέτι, και οι ιδέες του και ο αγώνας του είναι για το κοινό καλό. Επιλέγουμε ως ψηφοφόροι με βάση μόνο το προσωπικό συμφέρον και όχι το κοινό καλό. Ακούμε τι έκαναν και τι δεν έκαναν οι προηγούμενοι, και έχουμε κλειστά τα αυτιά στο τι μπορούν και έχουν σκοπό να κάνουν οι επόμενοι. Και τα ψέματα δίνουν και παίρνουν. Πώς περιμένεις λοιπόν αν δεν αφυπνιστούμε εμείς, να επιλέξουμε σωστούς και ικανούς πολιτικούς; Δυστυχώς η ψήφος μας μετριέται αριθμητικά και όχι ποιοτικά. Ίδια βαρύτητα έχει η ψήφος του εργατικού, ηθικού, έξυπνου και οραματιστή ψηφοφόρου, με την ψήφο του πονηρού, προδότη, ψεύτη, τεμπέλη, τυχοδιώκτη και κοντόφθαλμου εκμεταλλευτή ψηφοφόρου. Μακάρι να μπορούσαν να αλλάξουνε τα πράγματα. Αν άλλαζαν γρήγορα δεν θα έφευγα. Αν αλλάξουν σύντομα θα γυρίσω. Πότε θα αλλάξουν όμως;;;

Κάπως έτσι λοιπόν κινήθηκε η κουβέντα μου με το φίλο μου. Δεν ήξερα, ούτε ξέρω τι να του απαντήσω. Προσπαθώ να βρω επιχειρηματολογία για να του απαντήσω. Δε μπορώ. Δεν θέλω να φύγει. Η μοναδική φράση που έρχεται στο μυαλό μου είναι… Στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος.

Δυστυχώς άλλοι θα έπρεπε να φύγουν, και άλλοι φεύγουν.
Με εκτίμηση για όλους τους συμπατριώτες μου εντός και εκτός των συνόρων.