Του Σεραφείμ Π. Κοτρώτσου
Στην εξαιρετική αστυνομική ταινία “The French Connection” ( του Γουίλιαμ Φρίντκιν που κέρδισε πέντε Όσκαρ το 1971) ο…
σκληροτράχηλος Νεοϋορκέζος αστυνομικός Τζίμι Ποπάϊ Ντόϊλ που υποδύεται ο Τζιν Χάκμαν αναζητά τον «εγκέφαλο» ενός πολυεθνικού κυκλώματος διακίνησης ηρωϊνης από τη Γαλλία.

Ο Αλέξης Τσίπρας αναζήτησε πρόσφατα τον δικό του ‘French Connection” (σύνδεσμο στη Γαλλία) στο πρόσωπο του Φρανσουά Ολάντ, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να εξισορροπήσει πολιτικά τις έντονες πιέσεις να υποκύψει σε μια δέσμη πρόσθετων μέτρων 3,6 δις που ζητούν Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε. Εκχωρώντας, παράλληλα, στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές την τελευταία ικμάδα του ριζοσπαστικού ακτιβισμού του.

Η έννοια της πολιτικής διαπραγμάτευσης στριφογυρνάει συνεχώς στο μυαλό του πρωθυπουργού. Είναι, ίσως, το μοναδικό καταφύγιο έναντι μιας εμμονικής – δήθεν τεχνοκρατικής αλλά εν τέλει βαθιά πολιτικής- στρατηγικής που συνοψίζεται στο σλόγκαν “extend andpretend” (επεκτείνω και προσποιούμαι).

Δυστυχώς τα πράγματα είναι εφιαλτικά απλά. Από το 2010 και εντεύθεν, τρόϊκα και τώρα πια κουαρτέτο απαιτούν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα ίδια ακριβώς μέτρα.

Για παράδειγμα, εκείνο το οποίο εντέχνως αποσιωπάται είναι πως τα μέτρα που συγκροτούν το πακέτο των 3,6 δις του Πωλ Τόμσεν είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια με εκείνα που ζητήθηκαν από την τρόϊκα εις απάντηση του «αγιογραφημένου» mail Χαρδούβελλη, τον Δεκέμβριο του 2014.

Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά δεν μπορούσε επ΄ουδενί να αναλάβει το πολιτικό κόστος τέτοιων μέτρων (π.χ απελευθέρωση του ορίου απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, μειώσεις συντάξεων κ.α). Όμως, ο Σαμαράς είχε, τότε, τη δυνατότητα να καλυφθεί πολιτικά πίσω από την δεδομένη διαφωνία του ΣΥΡΙΖΑ σε μια συναινετική εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας- κάτι που ενδέχεται να έχει μετανιώσει ο πρωθυπουργός-, κι έτσι οδηγήθηκε σε μια σχετικά ήπια εκλογική ήττα –αν λάβει κανείς υπόψη του πόσο ευρύτερη θα ήταν εάν είχε συμφωνήσει σε τέτοια μέτρα.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Ή πίνει μέχρι το κατακάθι τον μέλανα ζωμό των μέτρων που ξεκλειδώνουν την αξιολόγηση και ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον μέσω του ζωτικού πολιτικού χρόνου που εξασφαλίζει ή σηκώνει την κουρελιασμένη σημαία της «επανάστασης» του 2015 και οδηγείται σε ηρωϊκή (;) έξοδο.

Οι πληροφορίες από το Μέγαρο Μαξίμου λένε πως επιλέγει το πρώτο, απλώς επιδιώκει να συνδέσει τα επιπλέον μέτρα με τη συζήτηση για το χρέος και να μην αναλάβει, τώρα, δημόσια δέσμευση, ακόμα περισσότερο να μην χρειαστεί να τα φέρει προς ψήφιση στη Βουλή.Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Είναι απλό και το έθεσε διακριτικά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης όταν είπε ότι «θα έχουμε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα». Επί της ουσίας ήθελε να πει πως «η κυβέρνηση πέφτει», κάτι που ετέθηκε κατά ένα τρόπο σε ευρωπαίους ηγέτες κατά τις συνομιλίε ςπου είχε μαζί τους εσχάτως ο πρωθυπουργός.

Εκείνο το οποίο δεν τίθεται επαρκώς στη δημόσια ευρωπαϊκή συζήτηση είναι όχι το περιεχόμενο αλλά η αποτελεσματικότητα και διατηρησιμότητα των μέτρων που απαιτούν το ΔΝΤ και ο Σόϊμπλε. Και αυτό είναι κάτι που θα ήλπιζε κανείς από τον Γάλλο πρόεδρο και κάποιους άλλους της ευρωπαϊκής ηγεσίας αλλά εις μάτην.

Ας αναφέρουμε κάποια παραδείγματα:

– Η Ελλάδα επιχείρησε να εφαρμόσει τρία μνημόνια. Τα δύο πρώτα, παρότι ενδύθηκαν με υποσχέσεις περί “success story”, και«απογείωσης» της οικονομίας (συνέντευξη Σαμαρά στην Wall Street Journal, τον Μάρτιο του 2014), ενεπλάκησαν δραματικά στον πολιτικό- εκλογικό κύκλο και κατέληξαν εν μέρει ανενεργά. Κυρίως, όμως, επειδή τα προταθέντα μέτρα ανατροφοδοτούσαν το σπιράλ της ύφεσης και πολλαπλασίαζαν τα δομικά προβλήματα που υποτίθεται θα θεράπευαν. Το ίδιο είναι εξαιρετικά πιθανό να συμβεί και τώρα. Το ΔΝΤ έχει δίκιο όταν θεωρεί μη επιτεύξιμο ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 και έχει ακόμα περισσότερο δίκιο όταν λέει πως ακόμα κι αν αυτό συμβεί, θα είναι στιγμιαίο και όχι διατηρήσιμο και τα επόμενα χρόνια, όπως ρητώς αναφέρεται στη συμφωνία του περασμένου Ιουλίου. Τι μαρτυρά αυτό; Εδώ υπεισέρχεται η παράμετρος του “extend andpretend”. Οι Ευρωπαίοι δανειστές, και κυρίως ο Σόϊμπλε, δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο για την υλοποίηση των μέτρων, όσο να επεκτείνουν το χρόνο εφαρμογής (εποπτεία) και να προσποιούνται ότι δεν είναι η δομική αδυναμία των πολιτικών λιτότητας που φταίει αλλά η αδυναμία των Ελλήνων να τα εφαρμόσουν. Η τακτική αυτή καλύπτει εν μέρει το ΔΝΤ να μην πιέσει μέχρι τέλους για την ελάφρυνση του χρέους (έναντι των επιπλέον μέτρων) και το Βερολίνο να μην εκτεθεί πολιτικά σε μια συζήτηση για την ελάφρυνση.
– Η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει –άγνωστο για πόσο- σε ομηρία έναντι αυτής της στρατηγικής. Οτιδήποτε άλλο θα αμφισβητούσε και τη σύλληψη, και την εκπόνηση και τη βιωσιμότητα των προγραμμάτων (δήθεν) διάσωσης. Εάν κάνει κανείς τον κόπο να αναζητήσει στην ιστοσελίδα του IMF τη συνέντευξη Τύπου του Πωλ Τόμσεν, μετά την πρόσφατη εαρινή σύνοδο του Ταμείου στην Ουάσιγκτον, θα διαπιστώσει πως απαιτεί νέα πακέτα δημοσιονομικών μέτρων για την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία. Υπόψη ότι η Πορτογαλία εξήλθε μετά ιαχών δικαίωσης από το μνημόνιο και, τώρα, διαπιστώνεται η ανάγκη νέων μέτρων εξαιτίας του δημοσιονομικού εκτροχιασμού κι ενώ το χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά περίπου 40 μονάδες κατά την εφαρμογή των μνημονιακώνπολιτικών. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ισπανία και την Ιταλία. Ενώ, παρότι αποκρύπτεται, και η Γαλλία αδυνατεί να συρρικνώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα, την ώρα, μάλιστα, που στις παρυφές του Brexit στο Παρίσι συζητείται διακριτικά η περίπτωση ενός αναγκαστικού Frexit.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν εκείνους που λένε πως η επιμονή στην συνταγή του διδύμου ΔΝΤ- Σόϊμπλε ελάχιστα επέφερε στην αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας στην Ευρωζώνη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μάριο Ντράγκι να ενισχύσει τα εργαλεία ρευστότητας των τραπεζών και του Ζαν ΚλοντΓιουνκέρ να επιταχύνει τις εκταιμιεύσεις πόρων για ανάπτυξη.

Όσο κι αν ο Αλέξης Τσίπρας αναζητεί, λοιπόν, οδούς πολιτικής διαπραγμάτευσης τόσο τα «υπερεγώ» των οπαδών της λιτότητας θα τον παραπέμπουν στις –διαρκώς διαψευδόμενες (δείτε τα τρέχοντα στοιχεία της Eurostat για την ελληνική οικονομία)- αναλύσεις των τεχνικών κλιμακίων. Προσώρας, ο Σόϊμπλε κερδίζει τις μάχες, τη μία μετά την άλλη. Από τον εκβιασμό του προσωρινού Grexit, πέρυσι το καλοκαίρι, μέχρι τον τωρινό για το «προληπτικό» πακέτο πρόσθετων μέτρων, η επιβολή του σοϊμπλικού DNA έναντι των ασθενών χρωμοσωμάτων των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών είναι αδιαμφισβήτητη.

Μπορεί κάτι να αλλάξει; Είναι τόσο διάχυτη η απογοήτευση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τόσο ραγδαία αναπτυσσόμενη η φοβία που γεννά το προσφυγικό, η πιθανότητα Brexit και η αδυναμία πολιτικών συσπειρώσεων που δύσκολα θα έδινε κανείς απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Η Γαλλία θα μπορούσε να είναι «μια κάποια λύση», αλλά ο “French Connection” του Αλέξη Τσίπραβρίσκεται στην χειρότερη πολιτική στιγμή του δημοσκοπικά και έχει μπροστά του τις εκλογές του 2017, τις οποίες εκτός ακραίου απροόπτου θα χάσει. Ο ΜατέοΡέντσι πιέζεται κοινωνικά και δεν διαθέτει ικανά πολιτικά αποθέματα, ενώ η πολιτική αστάθεια στην Ιβηρική δεν δημιουργεί σοβαρές προϋποθέσεις για συμμαχίες.

Πηγή