Το διπλό πακέτο-λαιμητόμο που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για το ασφαλιστικό και για τη φορολογία εισοδήματος φέρνει καίριο –και για…
κάποιους το καθοριστικό– πλήγμα στις επιχειρήσεις, στους μισθωτούς, αλλά και στο σύνολο της οικονομίας.

Με διατάξεις που “δημεύουν” την περιουσία και την εργασία, εξουθενώνοντας οικονομικά από “μπλοκάκια” και μισθωτούς έως ελεύθερους επαγγελματίες, επιχειρήσεις, ασφαλισμένους και συνταξιούχους, επιχειρείται από την κυβέρνηση να έρθουν στα κρατικά ταμεία 3,6 δισ. ευρώ. Και τούτο, εφόσον θεωρηθούν “επαρκή” τα μέτρα από τους δανειστές.

Και, παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα δεν φτάνουν. Δεν καλύπτουν ούτε το ήμισυ της αξίας των παρεμβάσεων που αναζητούνται, από κοινού με τους “θεσμούς”, προκειμένου να αποφύγει η Ελλάδα στο παρά… πέντε τα χειρότερα: μια επανάληψη του εφιάλτη του 2015.

Και το νέο, δεύτερο κατά σειρά, κύμα μέτρων… ετοιμάζεται. Θα επιβαρύνει στο σύνολό της την οικονομία, μέσω νέου κύκλου αυξήσεων έμμεσων φόρων, με πρώτο πλήγμα την αύξηση του ΦΠΑ από το 23% στο 24%. Και μετά ακολουθεί το τρίτο “προληπτικό” πακέτο…

Συνολικά αναζητούνται, για να κλείσει η συμφωνία, περίπου 9 δισ. ευρώ: 5,4 δισ. ευρώ μέτρων έως το 2018, στα οποία ζητούν οι δανειστές επιπλέον 3,6 δισ. ευρώ παρεμβάσεων που θα πρέπει να νομοθετηθούν “προληπτικά” για να εφαρμοστούν αν υπάρξουν αστοχίες.

Στο απυρόβλητο το κράτος

Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο δυσθεώρητο ύψος των μέτρων που ανακοινώθηκαν και όσων θα ακολουθήσουν (όταν/αν υπάρξει συμφωνία). Συνδέεται και με τις επιλογές του “μείγματος” που έγιναν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, επιλογές που αποδέχτηκαν οι δανειστές, ζητώντας παράλληλα πρωτόγνωρης αυστηρότητας “ρήτρες” πρόσθετων μέτρων/διασφαλίσεων, όπως έγραφε το “Κεφάλαιο” του προηγούμενου Σαββάτου.

Μένει –και πάλι– στο απυρόβλητο το “κράτος” και τα 90 δισ. ευρώ δαπανών, αλλά και μεταφέρονται στο μέλλον παρεμβάσεις για την πάταξη φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και σπατάλης. Τουλάχιστον προς το… παρόν, γιατί στα “προληπτικά μέτρα” των 3,6 δισ. ευρώ οι δανειστές πιέζουν να ενταχθούν οι “κόκκινες γραμμές” της εκλογικής πελατείας της κυβέρνησης.

Και κάθε ώρα που περνά χωρίς συμφωνία σε αυτόν τον νέο μαραθώνιο διαπραγμάτευσης 6 μηνών ο λογαριασμός μεγαλώνει, η διαπραγματευτική δύναμη της κυβέρνησης φθίνει, το ίδιο και οι δυνατότητες που έχει η οικονομία να ορθοποδήσει από τη νέα φορολαίλαπα.

“Ειδικά αν η συμφωνία δεν είναι ξεκάθαρη, τότε οι πιθανότητες αλλαγής σελίδας μειώνονται”, αναφέρουν πηγές κοντά στη διαπραγμάτευση, θυμίζοντας τη ρήση του ΥΠΟΙΚ, Ευκλείδη Τσακαλώτου, ότι “χαθήκαμε” αν πιάσει Μάιος.

Οι ίδιες πηγές μοιράζουν τις “ευθύνες” ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις πολιτικές της επιλογές που οδήγησαν… εδώ, αλλά και στους “θεσμούς”, για “την αδυναμία εύρεσης κοινής θέσης, την ατολμία στο πεδίο του χρέους, την ανυπαρξία αναπτυξιακών αντίβαρων, αλλά κυρίως για την επιλογή τους να πιέζουν και οι ίδιοι για νέα αύξηση των φορολογικών εσόδων πέρα από κάθε οικονομική λογική”.

Επιστροφή στο 2015

“Η κυβέρνηση δεν έμαθε από το πάθημά της το 2015 και άφησε ξανά τον χρόνο να περνά, τις εκκρεμότητες να πολλαπλασιάζονται αλλά και τα απαιτούμενα μέτρα να σωρεύονται. Πλέον, με την πλάτη στον τοίχο επιχειρεί συμφωνία η οποία είναι βέβαιο ότι δεν θα έχει κερδισμένους”, αναφέρει διπλωματική πηγή από τις Βρυξέλλες. Εξηγεί ότι οι δανειστές έχουν κάθε λόγο να κλείσουν ή έστω να “κουκουλώσουν” το θέμα “Ελλάδα” όσο πλησιάζει η ώρα του Brexit και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συμφωνία. Αλλά το ζήτημα είναι πώς η Ελλάδα θα την υλοποιήσει και αν θα αποδειχθεί -ξανά- λάθος η συνταγή που θα οδηγήσει σε νέο σπιράλ ύφεσης, αποεπένδυσης, ανεργίας, αλλά και νέων μέτρων.

Η μόνη λύση

“Μόνο ένα εντυπωσιακό “comeback” επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων μαζί με μια συνολική συμφωνία μπορεί να σώσει την “παρτίδα””, αναφέρουν αρμόδιες πηγές, διατηρώντας, όμως, χαμηλά τον πήχη προσδοκιών, δεδομένων των πρότερων επιδόσεων της κυβέρνησης…

Εξηγούν ότι το εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο. Η καθυστέρηση στη διαπραγμάτευση έχει ήδη προκαλέσει ζημιά στην οικονομία. Η ρευστότητα είναι στο “κόκκινο”, το πακέτο Γιούνκερ στα σπάργανα και το νέο ΕΣΠΑ στη γραμμή εκκίνησης.

Παράλληλα, τα προαπαιτούμενα που θα προβλέπει η συμφωνία διαμορφώνουν έναν πολύ δύσκολο εφαρμοστικό όγκο έργου που θα κρίνει αν θα μείνει η συμφωνία σε “τροχιά εφαρμογής” τους επόμενους μήνες.