Ο Γάλλος νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ είχε πει κάποτε πως, στη νεώτερη Ευρώπη, ο Σαίξπηρ αντιστοιχεί προς τον Αισχύλο, ο …
Μεσαίωνας προς την προσωκρατική φιλοσοφία, ο μεγάλος γάλλος συγγραφέας του κλασσικισμού Πιέρ Κορνέιγ προς τον Ευριπίδη, και, τέλος, ο εκπρόσωπος του γαλλικού διαφωτισμού Ντεκάρτ προς το Σωκράτη. Ο Καμύ ήθελε πολύ απλά να πει πως η Ιστορία (των ανθρώπων και της τέχνης) κάνει κύκλους, και τα πολιτιστικά φαινόμενα επαναλαμβάνονται κατ’ αναλογία προς τα ιστορικά γεγονότα που συμβαίνουν την ίδια περίοδο.

Πράγματι, αν το αρχαίο θέατρο γεννήθηκε από τη λατρεία του Διονύσου, το σύγχρονο θέατρο γεννήθηκε κι αυτό μέσα από τη λατρευτική διαδικασία: από το θρησκευτικό δράμα του Μεσαίωνα.

Το αρχαίο δράμα, στις τρεις του μορφές (τραγωδία, κωμωδία και σατυρικό δράμα) γνώρισε τη μεγάλη του ακμή στα χρόνια της μεγάλης ακμής της Αθήνας, τον 5ο π.Χ. αιώνα. Η τραγωδία (και μαζί της και τα άλλα δραματικά είδη) άρχισε να φθίνει μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν άρχισε να παρακμάζει και η αθηναϊκήπόλις. Τραγωδίες γράφονταν για πολλά χρόνια ακόμη, κωμωδίες για ακόμη περισσότερα, τίποτα πια όμως δεν ήταν όπως παλιά. Η “νέα κωμωδία” του Μενάνδρου δεν ήταν η κωμωδία της πόλεως – ήταν η κωμωδία του σαλονιού. Και οι τραγωδίες της ρωμαϊκής εποχής ήταν κείμενα προορισμένα περισσότερο για ανάγνωση παρά για παράσταση, στα οποία κυριαρχούσαν τα στοιχεία της υπερβολής, του στόμφου και της φρίκης.

Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη του νεώτερου δράματος. Από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ περάσαμε στα τρομακτικά και εντυπωσιακά δράματα του μπαρόκ, και, υστερότερα, στο σχεδόν λόγιο και τετράγωνο δράμα του Διαφωτισμού, κι έπειτα, όταν φτάσαμε πια στο ρεαλιστικό δράμα, η υπόθεση είχε φύγει πια για τα καλά από την “αγορά” της πόλης και είχε τρυπώσει στα αστικά σαλόνια. Από το πανανθρώπινο δηλαδή, φτάσαμε στο ατομικό.

Αυτή η παράλληλη εξέλιξη αρχαίου και νεώτερου δράματος μας υποψιάζει για το γεγονός ότι οι δύο αυτές μορφές δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτικά άσχετες μεταξύ τους. Κάποιος σύνδεσμος, μυστικός ήφανερός, θα πρέπει να υπάρχει που τις ενώνει. Ας μη νομίσει κανείς ότι το αρχαίο δράμα πέθανε σιγά σιγά μαζί με την αθηναϊκή πόλιν , και μετά από αιώνες, ξαφνικά, γεννήθηκε το νεώτερο δράμα. Στην ιστορία όλων των τεχνών δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Υπάρχει εξέλιξη, που συχνά δεν είναι ευθύγραμμη αλλά κυκλική. Κάθε τι “καινούριο” που γεννιέται, φέρει μέσα του το σπόρο του παρελθόντος. Κάτι μένει πάντοτε, έστω και σχεδόν αόρατο στους αιώνες που μεταφέρει το DNA, το γενετικό υλικό του δράματος, κι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή της γονιμοποίησης, γεννά το καινούριο και το καθορίζει.

Η θυμέλη δεν έσβησε ποτέ. Μπορεί ο 4ος αιώνας και το (άγνωστο σχεδόν) ελληνιστικό δράμα να μην κατόρθωσαν να φθάσουν ποτέ στο ύψος των τριών μεγάλων τραγικών. Μπορεί το ρωμαϊκό θέατρο να μιμήθηκε στο έπακρο την κλασσική τραγωδία (Σενέκας), αλλά και την κωμωδία του Μενάνδρου (Πλαύτος, Τερέντιος). Η “Μήδεια” του Σενέκα, δεν φτάνει βέβαια ούτε το μικρό δαχτυλάκι της “Μήδειας” του Ευριπίδη. Την κουβαλάει όμως μέσα της. Οι κωμωδίες του Πλαύτου και του Τερέντιου έχουν κι αυτές πρωταγωνιστές τους ανθρώπινους τύπους που ιχνογραφεί ο Μένανδρος στις κωμωδίες του. Η ρωμαϊκή civitas δεν είναιπόλις. (Και η πόλις με την έννοια της κλασσικής Αθήνας δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει ποτέ μέχρι σήμερα). Αν η πόλις πέθανε, το θέατρο, νωτιαίος μυελός του οποίου είναι το αρχαίο δράμα, δεν θα πεθάνει ποτέ.

Ψάχνοντας προσεκτικά τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας. Θα διαπιστώσουμε ότι το αρχαίο δράμα επέζησε και μετά την τελειωτική σχεδόν παρακμή του θεάτρου που ακολούθησε την παρακμή της Ρώμης και διήρκεσε ολόκληρο σχεδόν το Μεσαίωνα. Θα συναντήσουμε πλανόδιους ηθοποιούς, τους μίμους, να περιοδεύουν σ’ ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο και να παίζουν τα αυτοσχέδια έργα τους. Πολλές απ’ αυτές τις αυτοσχέδιες παραστάσεις περιλαμβάνουν και απαγγελίες αυτούσιων χωρίων των ελληνικών τραγωδιών.

Στα χριστιανικά μοναστήρια (αν και φαινομενικά η Εκκλησία εναντιωνόταν στα “ειδωλολατρικά” αρχαία δράματα) μοναχοί αντιγράφουν σε παπύρους και διασώζουν τον θησαυρό της γραμματείας μας. Έναν θησαυρό που φαίνεται πως είχε “κρισαριστεί” αρκετά ήδη από την αλεξανδρινή εποχή, μερικούς αιώνες πριν. Στο μοναδικό βυζαντινό δράμα που σώζεται, τον “Χριστό Πάσχοντα”, η Παναγία σε ορισμένα σημεία μιλά χρησιμοποιώντας αυτούσια τα λόγια της Μήδειας του Ευριπίδη. Αλλά και στον δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα, και παρά τις διώξεις και την απαξίωση του θεάτρου και του δράματος, ο σπόρος θ’ αρχίσει να βλασταίνει ξανά: Τα πρώτα θρησκευτικά δράματα θ’ αρχίσουν να παίζονται μέσα σε χριστιανικούς ναούς!

Η Αναγέννηση, με την άνθηση της αγάπης για την κλασσική αρχαιότητα, θα δώσει μια νέα ώθηση στη μελέτη της αρχαίας γραμματείας και, συνακόλουθα, του αρχαίου δράματος. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία ήταν οι μοναδικές πηγές γνώσης εκείνα στα χρόνια στον δυτικό κόσμο, έναν κόσμο που αναζητούσε το φως βγαίνοντας από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα. Η μελέτη του αρχαίου δράματος θα βοηθηθεί εξαιρετικά και από την ανακάλυψη της τυπογραφίας, η οποία επέφερε πραγματική επανάσταση στη διάδοση της γνώσης.

Από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, το αρχαίο δράμα (κυρίως η τραγωδία και σε μικρότερο βαθμό η αριστοφανική κωμωδία και το σατυρικό δράμα), θα επηρεάσουν με ποικίλους τρόπους το δράμα και το θέατρο της νεώτερης εποχής. Η Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου, παρόλο που ανακαλύφθηκε στο πρωτότυπο αρκετά πρόσφατα (19ος αι.) θα αποτελέσει, μέσω των ρωμαϊκών της αντιγράφων κυρίως, έναν έμμεσο οδηγό και πηγή έμπνευσης για τους χαρακτήρες του ιταλικής προέλευσης αυτοσχεδιαστικού θεάτρου της commediadell’ arte (κομμέντια ντελλ’ άρτε). Η κομμέντια ντελλ’ άρτε είναι το φυτώριο που γέννησε την νεώτερη κωμωδία στον δυτικό κόσμο.

Αλλά και η τραγωδία, πέρα από τη φιλολογική της μελέτη, θα επηρεάσει το δράμα και το θέατρο με τρόπο καταλυτικό. Από την εποχή του ελισαβετιανού θεάτρου (Σαίξπηρ) μέχρι την σημερινή εποχή του θεάτρου της βίαιης πρόκλησης (Σάρα Κέιν κλπ.) οι δραματογράφοι όλων των εποχών, αλλά και οι δημιουργοί άλλων παρεμφερών ειδών, θεατρικών και μη (π.χ. όπερα, μπαλέτο, πεζογραφία) θα αναζητήσουν στα θεματικά και δομικά πρότυπα της τραγωδίας τις λύσεις για να ξετυλίξουν τον δικό τους δραματικό μύθο. Μπορεί σήμερα να μην μπορούν να παραχθούν πια τραγωδίες, ωστόσο το τραγικό σύμπαν των μεγάλων μας ποιητών και οι απέραντοι γαλαξίες του αποτελούν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης των νεώτερων δημιουργών όλων των εποχών, ανεξάρτητα από την εποχή τους και το κυρίαρχο καλλιτεχνικό της ρεύμα (μπαρόκ, ροκοκό, διαφωτισμός, ρεαλισμός, ιστορισμός, παράλογο κλπ.)

Παράλληλα επίσης με τη θεωρητική μελέτη, αναβιώνουν και οι παραστάσεις του αρχαίου δράματος – η θυμέλη επιστρέφει στο φυσικό της χώρο: Τα θέατρα γεμίζουν ξανά με τις φωνές της Αντιγόνης και του Φιλοκτήτη, τις ιαχές των Βακχών, το θρήνο των Περσών, τις κραυγές της Εκάβης. Το αρχαίο δράμα σήμερα πλέον παριστάνεται με μεγάλη συχνότητα και σε διάφορες σκηνοθετικές εκδοχές σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Στην Ελλάδα, η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος, απ’ όσα ξέρουμε μέχρι σήμερα, πρέπει να έγινε στη Ζάκυνθο λίγο μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (τέλη 16ου αιώνα). Από τότε μέχρι τις παραστάσεις του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, του Φώτου Πολίτη, του Δημήτρη Ροντήρη, του Καρόλου Κουν, του Σπύρου Ευαγγελάτου, και όλες τις σημερινές παραστάσεις στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία θέατρα του μείζονος ελληνικού χώρου, πολύς δρόμος έχει διανυθεί. Το αρχαίο δράμα επιβιώνει στο φυσικό του χώρο είτε αυτούσιο, είτε επιδρώντας σε νέες δραματικές συνθέσεις, μεταφράζεται, παριστάνεται και ξυπνά, ακόμη με αμείωτο ρυθμό, τη συγκίνηση των ανθρώπων.

Και πέρα όμως από το φυσικό του χώρο και την αισθητική συγκίνηση, το αρχαίο δράμα χρησιμοποιείται ως μέσο διδασκαλίας στις σχολικές αίθουσες και μελετάται σε ερευνητικό και θεωρητικό επίπεδο από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους: Φιλολογία, Ιστορία, Θεατρολογία και Δραματολογία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία της Τέχνης, Ιστορία της αρχιτεκτονικής, Ιστορία της Ενδυματολογίας κλπ. Και μελετάται όχι σαν κάτι χαμένο και νεκρό, αλλά σαν ζωντανή ύπαρξη που επιβιώνει και εξελίσσεται στους αιώνες, ακολουθώντας την εποχή του και καθορίζοντάς την.

Πηγή