Γράφει ο Κώστας Γιαννακίδης
Στην ιστορία του ελληνικού Τύπου υπάρχουν δύο μεγάλες απεργίες. Η πρώτη έγινε το 1975, από τους δημοσιογράφους, με αίτημα την υπογραφή συλλογικής σύμβασης. Πέρα από τη…
δικαίωση, προϊόν αυτής της απεργίας ήταν η «Ελευθεροτυπία». Η δεύτερη έγινε το 1980, από τους τεχνικούς, όταν οι εφημερίδες πέρασαν από τη λινοτυπία στη φωτοσύνθεση. Από αυτήν την απεργία προέκυψε η «Αυριανή».

Και οι δύο απεργίες είχαν σαφή στόχο και ξεκάθαρο διεκδικητικό πλαίσιο. Οι εργαζόμενοι στάθηκαν απέναντι στους εργοδότες τους απαιτώντας καλύτερες αμοιβές και βελτίωση της θέσης τους στο περιβάλλον της συγκεκριμένης αγοράς.

Ο κλάδος πέρασε τριάντα υπέροχα χρόνια. Διογκώθηκε σε εξωπραγματικό επίπεδο με επενδύσεις πέρα από κάθε επιχειρηματική λογική -οι περισσότερες για να εξυπηρετήσουν παράλληλες δραστηριότητες. Η ευημερία των δανεικών οδήγησε σε τεράστια άνοδο της διαφημιστικής δαπάνης, δηλαδή σε μεγάλες εισπράξεις αγγελιόσημου, του πόρου που ενισχύει την ιατροφαρμακευτική και επικουρική περίθαλψη των ανθρώπων του Τύπου. Κάπως έτσι, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας υπήρχαν πολλά και καλά «μαγαζιά» που πλήρωναν κάθε 1η και 15η του μήνα. Το Ταμείο κάλυπτε ως και δαπάνη για γυαλιά ηλίου, τα παιδιά μας ήταν… περιζήτητα στις κατασκηνώσεις και κάθε Χριστούγεννα τους χαρίζαμε μία υπέροχη γιορτή. Παρόλα αυτά, οι δημοσιογράφοι συνέχιζαν και στα καλά χρόνια να παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά πρόωρων θανάτων, διαζυγίων και διαταραχών που συνδέονται το άγχος.

Οταν τελείωσαν τα «ψέματα», τελείωσαν και οι θέσεις εργασίας εκείνων που είχαν προσληφθεί για να τα γράφουν. Η διαφημιστική δαπάνη κατέρρευσε και ο κλάδος έζησε καταστροφή αντίστοιχη εκείνης που πέρασαν οι εργαζόμενοι των κλωστηρίων. Σήμερα ακόμα και κραταιές επιχειρήσεις του Τύπου αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις μισθολογικές υποχρεώσεις τους. Σοβαροί και καταξιωμένοι δημοσιογράφοι είναι άνεργοι ή ψάχνουν ένα μεροκάματο με μπλοκάκι. Η ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης υποχωρεί συνεχώς. Και ο ΕΔΟΕΑΠ, το ταμείο υγειονομικής περίθαλψης και επικουρικής ασφάλισης, απειλείται με κλείσιμο. Μιλάμε για κανονικό λουκέτο έτσι και καταργηθεί το αγγελιόσημο. Κλείνει, κατεβαίνουν ρολά.

Εδώ, για όσους δεν γνωρίζετε τα του Τύπου, υπάρχει ο εξής παραλογισμός. Για να ασφαλιστείς στον ΕΔΟΕΑΠ, πρέπει να είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και των αντίστοιχων Ενώσεων των τεχνικών και διοικητικών. Για να γραφτείς σε αυτές τις Ενώσεις πρέπει να εργάζεσαι σε εφημερίδα, τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό σταθμό, δηλαδή σε μέσα που εισπράττουν αγγελιόσημο. Αυτός είναι και ο λόγος που η ΕΣΗΕΑ και το Ταμείο των δημοσιογράφων δεν ανοίγουν προς όσους απασχολούνται στα sites. Πώς να ασφαλιστείς στο Ταμείο αν δουλεύεις σε ένα μέσο που δεν αποδίδει εισφορές; Και, εκτός των άλλων, αν πούμε έτσι γενικώς και αορίστως ότι καλύπτεται πια και το internet, τότε την ίδια στιγμή θα εμφανιστούν χιλιάδες εργαζόμενοι, ακόμα και από απίθανα site, που θα διεκδικούν δημοσιογραφική ιδιότητα και ασφάλιση. Δεν είναι απλό. Για αυτό και βλέπεις ανθρώπους με 20 και 30 χρόνια δημοσιογραφική ασφάλιση να δουλεύουν ανασφάλιστοι στα sites.

Τι θα μπορούσε να γίνει; Μία προφανής απάντηση είναι η επιβολή αγγελιόσημου στις διαφημίσεις των sites. Και μία προφανής αντίδραση των ιδιοκτητών θα είναι η τιμολόγηση μέσω εταιριών του εξωτερικού. Συνεπώς; Πιθανότατα μόνο η κυβέρνηση μπορεί να το λύσει, λέγοντας ότι θα χορηγεί κρατική διαφήμιση μόνο σε sites που αποδίδουν εισφορές στα δημοσιογραφικά ταμεία. Αλλά αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση ασχολείται με τα μεγάλα deal των τηλεοπτικών αδειών, σιγά μη σκύψει πάνω από μία ενοχλητική κατηγορία εργαζομένων. Ούτως ή άλλως οι εργαζόμενοι στα φιλικά προς το κόμμα μέσα και πληρώνονται και ασφαλίζονται.

Οι δημοσιογράφοι βρισκόμαστε και πάλι σε απεργιακή κινητοποίηση με αιχμή το Ασφαλιστικό. Ομως είναι να απορείς πώς ακριβώς πιέζουμε την κυβέρνηση κλείνοντας κάμερες, μικρόφωνα και υπολογιστές. Ειδικά σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, ένα πρόσκαιρο διάλειμμα σιωπής συμφέρει την κυβέρνηση. Τι καλύτερο για την ώρα που κλείνει η συμφωνία και έρχεται μία χιονοστιβάδα φόρων; Τραγούδια στο ραδιόφωνο, χοροί στην τηλεόραση. Μάλιστα στις περιπτώσεις που η απεργία δεν επιτρέπει την έκδοση εφημερίδων, αποτρέπεται και η εισροή πόρων στο Ταμείο -δεν εκδίδονται εφημερίδες, δεν δημοσιεύονται διαφημίσεις, δεν εισπράττεται το αγγελιόσημο.

O δημοσιογράφος δεν μπορεί να απεργεί παρά μόνο εναντίον του εργοδότη του. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο λόγος του είναι πιο αποτελεσματικός από τη σιωπή του. Οφείλει να ανθίσταται, όχι να σιωπά. Είναι παράλογο να απεργούμε σήμερα. Δεν ασκούμε καμία πίεση στην κυβέρνηση και υπονομεύουμε όσες δουλειές έχουν μείνει πίσω να πληρώνουν συναδέλφους. Αν σώνει και καλά θέλουμε να υιοθετήσουμε το στοιχείο της απεργίας και της σιωπής, ας το κάνουμε εναλλακτικά. Ας πούμε ότι για κάποιο διάστημα, μεγαλύτερο από το διάστημα μίας συμβατικής απεργίας, δεν θα καλύψουμε καμία εκδήλωση της κυβέρνησης και των υπουργών της. Να δούμε και πόσοι από μας θα ακολουθήσουν. Εν ανάγκη το εμπάργκο δύναται να επεκταθεί στο σύνολο του πολιτικού ρεπορτάζ. Πιθανώς κάτι τέτοιο να εγείρει θέματα δεοντολογίας. Από την άλλη, όμως, ο κλάδος δύναται να ισχυριστεί ότι δεν στερεί πλήρως από την κοινωνία το αγαθό της ενημέρωσης.

Ακούγεται αφελές, αναποτελεσματικό, άσκοπο. Τι διαφορετικό έχει η απεργία στην κατάσταση μας; Το πολύ να εξοικονομήσει και δύο μεροκάματα για τα μαγαζιά που δεν πληρώνουν τους δημοσιογράφους τους.
Πηγή