Η ρήση «η ζωή αρχίζει στα 40» είναι απολύτως αληθής – αρκεί να κόψετε το κάπνισμα, να μην πίνετε πολύ αλκοόλ, να…
τρώτε φρούτα και λαχανικά και να γυμνάζεστε, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Στόχος της μελέτης ήταν να καταγραφεί ο αντίκτυπος των καλών συνηθειών στις πιθανότητες να γεράσουμε υγιείς.

Ως «υγιή γηρατειά» ορίσθηκαν το να περάσουν οι εθελοντές τα 60 τους χρόνια με καλή κινητικότητα και υγεία, δίχως να πάσχουν από χρόνια νοσήματα.

Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 5.100 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 42 έως 63 ετών κατά την έναρξή της, κατέληξε στο συμπέρασμα πως κάθε καλή συνήθεια μεμονωμένη, ασκούσε μικρή επίδραση στις πιθανότητες υγιεινής γηράνσεως. Ωστόσο ο συνδυασμός δύο ή περισσοτέρων ωφελούσε σημαντικά.

«Τα ευρήματά μας κατέδειξαν την αθροιστική επίδραση των υγιεινών συνηθειών στην υγιεινή γήρανση», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Σεβερίν Σάμπια, ερευνήτρια στο Τμήμα Επιδημιολογίας & Δημόσιας Υγείας του UniversityCollegeτου Λονδίνου. «Όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των υγιεινών συνηθειών μετά τα 40, τόσο μεγαλύτερο το όφελος».

Όπως έδειξε η μελέτη, όσοι εθελοντές ήταν δραστήριοι, έτρωγαν σαλάτες, δεν κάπνιζαν και περιόρισαν το αλκοόλ είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να είναι καθ’ όλα υγιείς στην τρίτη ηλικία.

Στην πραγματικότητα, είχαν τριπλάσιες πιθανότητες απ’ ό,τι όσοι δεν υιοθετούσαν καμία υγιεινή συνήθεια να περάσουν τα γηρατειά τους με άριστη υγεία.

Η επιστράτευση των εθελοντών έγινε την περίοδο 1991-1994. Εκείνη την εποχή κανείς δεν είχε καρκίνο ή καρδιοπάθεια.

Μέχρι την περίοδο 2007-2009, όταν οι ερευνητές αξιολόγησαν εκ νέου τους εθελοντές τους, 549 είχαν πεθάνει, 953 είχαν γεράσει υγιείς και οι υπόλοιποι είχαν γεράσει φυσιολογικά.

Από τους εθελοντές, μόνο το 5% δεν υιοθετούσε καμία από τις τέσσερις υγιεινές συμπεριφορές που τέθηκαν στο επίκεντρο της μελέτης.

Οι υγιείς ηλικιωμένοι ήταν πιθανότερο να έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο σε σύγκριση με όσους γερνούσαν φυσιολογικά (32% έναντι 24%) και όσους πέθαναν (μόλις το 18% είχαν υψηλό μορφωτικό επίπεδο).

Η μελέτη δημοσιεύεται στην «Επιθεώρηση της Καναδικής Ιατρικής Εταιρείας» (CMAJ).