Της Μαρίας Ζαχαροπούλου
Αύξηση των κρουσμάτων κακοποίησης και παραμέλησης ανηλίκων λόγω της οικονομικής κρίσης – Η σκληρή πραγματικότητα των αριθμών…

Είναι γεγονός πως η οικονομική κρίση χτυπά περισσότερο τους αδύναμους.

Και ποιος είναι ποιο αδύναμος από ένα παιδί; Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα παιδιά γίνονται θύματα κακοποίησης μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, καθώς έχει διαπιστωθεί πως στις περιόδους οικονομικής κρίσης, οι σχέσεις στις οικογένειες γίνονται πιο δύσκολες και σε πολλές περιπτώσεις αυξάνονται τα προβλήματα παραμέλησης και βίας σε βάρος των παιδιών.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους, αφού την τελευταία τριετία, μόνο στην Εισαγγελία Ανηλίκων της Αθήνας, καταγράφεται αύξηση 30% στις υποθέσεις κακοποίησης και παραμέλησης ανηλίκων. Είναι χαρακτηριστικό πως από το 2009 έως και το 2012 είχαν φτάσει στην Εισαγγελία Ανηλίκων 2.620 υποθέσεις, δηλαδή περίπου 600 το χρόνο. Από το 2013 έως και το 2015 ο αριθμός των υποθέσεων εκτινάχθηκε καθώς αγγίζει τις 900 το χρόνο.

Το 2015, 102 παιδιά απομακρύνθηκαν από 74 οικογένειες που κρίθηκαν ακατάλληλες ενώ, ήδη, το 2016 απομακρύνθηκαν από 14 οικογένειες, 20 παιδιά.

«Πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η κρίση. Η εξαθλίωση στο οικογενειακό περιβάλλον προκαλεί εκρήξεις βίας, που πολλές φορές συνδέονται με χρήση αλκοόλ, ναρκωτικά, αλλά και ψυχολογικά προβλήματα…», λέει η εισαγγελέας ανηλίκων Ευθυμία Βερροιώτου, υπογραμμίζοντας ότι «η απομάκρυνση των παιδιών από τις οικογένειες τους δεν είναι οριστική παρά μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Πολλές φορές η απομάκρυνση του παιδιού λειτουργεί σε πολλούς γονείς καταλυτικά. Κάνουν προσπάθεια για να κερδίσουν το παιδί τους πίσω και τους δίνεται αυτή η ευκαιρία».

Όπως λένε οι ειδικοί, πολλοί γονείς λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, αισθάνονται απόγνωση και μετατρέπονται σε θύτες με εύκολα θύματα τα ίδια τους τα παιδιά. Καθημερινά φτάνουν στο γραφείο του εισαγγελέα περιπτώσεις κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών. Παιδιά που γίνονται αποδέκτες βίαιων συμπεριφορών και άλλα που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής και σε πολλές περιπτώσεις υποσιτίζονται.

Στην Εισαγγελία φτάνουν και ολόκληρες οικογένειες που βρίσκονται σε κρίση με σοβαρά θέματα επικοινωνίας τόσο μεταξύ των γονιών, όσο και με τα παιδιά τους και οι αρμόδιες αρχές κάνουν προσπάθεια, ώστε να βοηθήσουν να βρεθεί λύση μέσω συμβουλευτικών προγραμμάτων ή και προγραμμάτων απεξάρτησης σε πολλές περιπτώσεις.

Τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης, που καταγράφονται είναι λιγότερα σε σχέση με τις υπόλοιπες περιπτώσεις, ωστόσο αφήνουν πίσω τους παιδιά ράκη που χρειάζονται μεγάλη βοήθεια από τους ειδικούς και δίνουν αγώνα ζωής για να καταφέρουν να κάνουν το επόμενο βήμα. Πάντως, αίσθηση προκαλούν, όπως λέει η κ. Βερροιώτου, οι περιπτώσεις μητέρων που «εκβιάζουν» για να πετύχουν διατροφή από τον πρώην σύζυγο κατηγορώντας τον ψευδώς για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού.

Το θέμα της κακοποίησης εξακολουθεί να παραμένει ταμπού αφού σε ποσοστό 80% με 85% οι καταγγελίες που φτάνουν στις αρμόδιες αρχές είναι ανώνυμες, ενώ ακολουθούν τα συγγενικά πρόσωπα και οι δάσκαλοι ή καθηγητές.

Οι ελλείψεις καθυστερούν τις διαδικασίες

Κάθε καταγγελία προϋποθέτει έρευνα, ώστε οι αρμόδιες υπηρεσίες να διαπιστώσουν τη βασιμότητα της και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για το καλό του παιδιού. Και εδώ έρχονται να προστεθούν οι μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους. Για την κοινωνική έρευνα που ακολουθεί μιας καταγγελίας μεσολαβούν κατά μέσο όρο 3 με 4 μήνες, ενώ μπορεί να χρειαστεί να περιμένει το παιδί-θύμα ακόμη και ένα χρόνο για ραντεβού με ψυχολόγο σε δημόσιο νοσοκομείο.

«Και στην Αθήνα υπάρχουν τα περισσότερα μέσα σε σχέση με την επαρχία», λέει η κ. Βερροιώτου, τονίζοντας πως η Εισαγγελία Ανηλίκων δεν πλαισιώνεται από ειδικούς, όπως επιμελητές ανηλίκων, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς με αποτέλεσμα «ο εισαγγελέας ανηλίκων να παλεύει μόνος του αντιμετωπίζοντας διαρκώς εσωτερικά διλλήματα και αναζητώντας την καλύτερη δυνατή λύση».

Προβλήματα βέβαια διαπιστώνονται και στις δομές που υποδέχονται τα παιδιά, όταν κριθεί απαραίτητο να απομακρυνθούν από τις οικογένειες τους, αφού είναι υποστελεχωμένες, λαμβάνουν μικρή χρηματοδότηση και «Οι άνθρωποι που δουλεύουν σε αυτά, χάρις στην φιλοτιμία και την αγάπη για το παιδί, αυτοσχεδιάζουν με τα πενιχρά μέσα που έχουν στη διάθεση τους».

Τα Παιδικά Χωριά SOS, στα 8 προγράμματα τους φιλοξενούν 200 παιδιά που φτάνουν εκεί είτε μετά από αίτημα των γονιών, είτε μετά από εισαγγελική εντολή. Στόχος είναι η κοινωνικοποίηση των παιδιών και η φροντίδα τους ακόμη και μετά την αποχώρηση τους από τα Παιδικά Χωριά, μέχρι να ορθοποδήσουν.

«Η κρίση ενέτεινε προηγούμενες δυσλειτουργίες των οικογενειών», λέει ο Δημήτρης Τζούρας, μέλος της Παιδαγωγικής Υπηρεσίας των Παιδικών Χωριών, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν προγράμματα μακροχρόνιας φιλοξενίας και ψυχοκοινωνικής φροντίδας για παιδιά που αδυνατούν να παραμείνουν με την οικογένεια τους, ενώ στους κόλπους τους διατηρούν και τον Ξενώνα SOS για κακοποιημένα νήπια.

«Εκεί τα παιδιά που χρειάζονται ένα διάστημα θεραπείας, που σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει και τον ένα χρόνο, προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα τους. Στόχος μας είναι η επιστροφή στην οικογένεια τους, υπό προϋποθέσεις, σε διαφορετική περίπτωση τα παιδιά θα φιλοξενηθούν στη Στέγη», λέει ο κ. Τζούρας, συμπληρώνοντας πως αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται στον Ξενώνα 15 παιδιά.

Η οικονομική κρίση «γεννά» νέα προγράμματα

Η κρίση ήταν αυτή που δημιούργησε και δυο νέα προγράμματα για τα Παιδικά Χωριά SOS.

Το πρώτο αφορά στο σπίτι προσωρινής φιλοξενίας στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου εκεί διαμένουν παιδιά που οι οικογένειες τους αντιμετωπίζουν προβλήματα, χωρίς να χάνουν την επιμέλεια οι γονείς.

Το δεύτερο, είναι ένα δίκτυο Κέντρων Στήριξης Παιδιών και Οικογένειας, με εννέα σημεία σε ολόκληρη την Ελλάδα τα οποία λειτούργησαν το 2012, με δωρεές του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, προσφέροντας πρωτοβάθμια στήριξη στην κοινότητα.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα απευθύνεται σε φτωχές οικογένειες στις οποίες προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πακέτο ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών, που φτάνει ακόμη και στην μαθησιακή υποστήριξη, τη λογοθεραπεία, τη δημιουργική απασχόληση και την υλική βοήθεια σε είδη πρώτης ανάγκης. Από το 2012 μέχρι σήμερα έχουν περάσει από το πρόγραμμα περισσότερες από 2.000 οικογένειες.

«Είναι πρόγραμμα με μεγάλη ζήτηση και ο ρόλος του είναι προληπτικός, καθώς οι άνθρωποι του ανιχνεύουν έγκαιρα ενδεχόμενη ένδειξη παραμέλησης και κακοποίησης παιδιών. Έχουμε εντοπίσει προβλήματα και έχουμε απομακρύνει περίπου 15-20 παιδιά από τις οικογένειες τους», λέει ο κ. Τζούρας, παρατηρώντας ότι «Εντοπίζεται μεγάλη κοινωνική ανάγκη για τέτοια προγράμματα».

Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του προγράμματος αυτό που ζητούσαν οι οικογένειες ήταν υλική βοήθεια, «τα τελευταία χρόνια έχουν αντιστραφεί οι όροι με το 60% να ζητεί ψυχοκοινωνική βοήθεια». Όπως εξηγεί ο κ. Τζούρας «πολλοί οικογενειάρχες είναι ανασφάλιστοι και οι συγκεκριμένες υπηρεσίες είναι ακριβές ή υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση από τα δημόσια νοσοκομεία».

Πηγή