Η μαγεία της ελληνικής γλώσσας δεν κρύβεται μόνο στη γλώσσα της διανόησης, αλλά και στη γλώσσα των…
απλών ανθρώπων, όπως καταγράφονται στη λαϊκή τραγουδοποιία, είτε είναι ανώνυμη (δημοτικά τραγούδια), είτε επώνυμη (λαϊκά τραγούδια).

Μελετώντας τα ρεμπέτικα τραγούδια της δεκαετίας του 1930, θα ακούσετε σπάνια τη λέξη μπάτσος.

Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό baç (αστυνόμος, φοροεισπράκτορας), την οποία χρησιμοποιούσαν πάντα με υποτιμητική χροιά, ενώ αρχικά δήλωνε τον Τούρκο φοροεισπράκτορα που έπαιρνε αυθαίρετα και διά της βίας χαράτσια από τους υπηκόους.

Η λέξη μπάτσος αναφέρεται, μάλλον, για πρώτη φορά στο τραγούδι «Τούτοι οι Μπάτσοι που Ήρθαν Τώρα«, το οποίο είναι ηχογραφημένο το 1928 στη Νέα Υόρκη από τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και στο μπουζούκι τον Μανώλη Καραπιπέρη.

Υπάρχει και ένα άλλο τραγούδι, αρκετά πιο αθυρόστομο, και με την πασίγνωστη κατάληξη «μάγκες, πιάστε τα γιοφύρια…«. Από τα παραπάνω συνάδει ότι ο μπάτσος δεν συνδέεται άμεσα με τον χωροφύλακα, γι” αυτό και το «μπάτσοι και χωροφυλάκοι«, έχοντας –ίσως– πιο παρακρατική έννοια.

Το 1934 η λέξη μπάτσος αναφέρεται και στο τραγούδι με τίτλο «Μάγκες» του Μπάτη (αναφέρεται ως ερμηνευτής του τραγουδιού, αλλά στην πραγματικότητα τραγουδά ο Παγιουμτζής). Πρόκειται, στην πλειοψηφία τους, για παλιά μουρμούρικα δίστιχα της φυλακής.