Δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το γιατί με απαιτούσε έτσι. Τί επιδίωκε; Πότε έλεγα με τη…
λογική πως εγώ κρίνω λάθος, πότε η διαίσθησή μου μου έδινε απαντήσεις περίεργες. Κάτι ισχυρό, σαν ένστικτο με οδηγούσε σε συμπεράσματα που δεν τα χωρούσε ο παιδικός νους μου, και γενικά δύσκολα τα αποδέχεται κάθε ισορροπημένος νους.

Τα χώρεσε μετά, όπως μεγαλώναμε ο νους μου κι εγώ, όπως αγρίευε και παγιωνόταν η στάση της μάνας μου απέναντί μου.

Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τις προθέσεις της, είναι περίπλοκο.

Νομίζω ότι επιζητούσε να αποδείξει, μέσα από μένα – που του έμοιαζα τόσο πολύ, πώς ο πατέρας μου ήταν σκληρός, ανάποδος άντρας, άχαρος, τέρας, ανάξιός της, κατώτερός της. Ήμουν η ζωντανή απόδειξη του τί είναι ο μπαμπάς, δηλαδή ο δυνάστης της, η μαύρη της η μοίρα. Τα πρόφερε συχνά τούτα τα τελευταία λόγια με βεβαιότητα, όμως της χρειαζόταν και η ζωντανή απόδειξη, εγώ δηλαδή, το σπλάχνο από τα σπλάχνα του, το αντίγραφό του.

Δεν ξέρω αν πράγματι μοιάζω τόσο πολύ όσο πίστευε στον πατέρα μου, δεν είναι δυνατό όμως να μην έχω κάποια δικά μου, προσωπικά μου χαρακτηριστικά. Θα ήταν αφύσικο να είμαι αποκλειστικά το αντίγραφο άλλου, ακόμη και του μπαμπά μου, γίνεται αυτό; Ούτε οι δίδυμες κόρες μου δεν μοιάζουν εντελώς μεταξύ τους. Πέρα από την όμοια όψη τους, πρόκειται για δυο εξαιρετικά αλλιώτικους χαρακτήρες, πράγμα που με τα χρόνια επηρεάζει και την όψη τους
Και αν πάλι η μαμά μου είχε δίκιο; Αν δηλαδή του έμοιαζα στα πάντα, τότε, δεν μπορεί, θα του έμοιαζα και στα χαρίσματα, τα χαρίσματα του μπαμπά μου που έβλεπα, γνώριζα βαθιά και λάτρευα εγώ. Εκείνη όμως γνώριζε μόνο τα λάθη του, τις άσχημες πλευρές του, τις πήρε, τις μάζεψε, τις ζύμωσε και στο μυαλό της έπλασε εμένα. Εμένα που θα ήμουν στο εξής η τιμωρία του, το ατράνταχτο τεκμήριο των εγκλημάτων του στο δικαστήριο της ψυχής της, όπως και του περίγυρού μας που μονίμως την οίκτιρε και τη δικαίωνε.

Την υπάκουσα. Το είπα. Το παραδέχομαι. Η λαχτάρα μου να μην την απογοητεύω ήταν μεγαλύτερη από την αυτοπροστασία μου. Τουλάχιστον όσο ήμουν πολύ μικρή. Γιατί τη μαμά μου την ήθελα, ήταν φλογερή η ανάγκη μου για μάνα, η ανάγκη να μ’ αφήσει να είμαι η κόρη της, η καλή· γι’ αυτό της θύμωνα, γινόμουν έξαλλη.

Τα παιδιά έχουν μέσα τους την άνευ όρων αγάπη για τους γονείς τους, την άνευ όρων αγάπη που δεν έχουν πάντα για τα παιδιά οι γονείς. Άλλο αν τους θυμώνουν, άλλο αν επαναστατούν, άλλο αν τους βρίζουν, άλλο αν τους «μισούν», και πάλι τα παιδιά είναι ερωτευμένα με τους γονείς τους, τα παιδιά αγαπούν τρελά τη μάνα τους.

Ποτέ δηλαδή δεν θα καταφέρουν να αδιαφορήσουν και να σωθούν.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη

«Σιωπάς για να ακούγεσαι»

Πηγή