Όλα πήγαιναν καλά για τους επαναστάτες στην Πελοπόννησο και στη Ρούμελη, στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1821. Όμως, τα…
νησιά καθυστερούσαν και οι φιλικοί γνώριζαν πως, δίχως στόλο, ο αγώνας δεν είχε τύχη.

Περίμεναν πολλά από τα τρία ναυτικά νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά που είχαν εμπορικούς στόλους πολύ καλά εξοπλισμένους, ώστε ν’ αντιμετωπίζουν τους πειρατές αλλά και τα πολεμικά ξένων δυνάμεων.

Στα Ψαρά, ούτε καν ήξεραν πως άρχισε η επανάσταση.

Στις Σπέτσες περιμένανε την πρώτη κίνηση από την Ύδρα που είχε τόσα πλοία, όσα όλα μαζί τα άλλα νησιά της χώρας.

Και, στην Ύδρα, οι νοικοκυραίοι το κοσκινίζανε το ζήτημα. Οι φιλικοί αποφάσισαν να δράσουν.

Στις Σπέτσες, τα’ αδέρφια Γκίκας (1761-1831) και Παναγιώτης (1784-1824) Μπότασης, ο πλοίαρχος Γεώργιος Πάνου (1770-1863) και ο Ομηρίδης Σκυλίτσης ξεσήκωσαν το λαό, κυρίευσαν το διοικητήριο και, στις 3 Απριλίου 1821, ύψωσαν την επαναστατική σημαία. Με τη σημαία της Φιλικής Εταιρείας στο κεντρικό κατάρτι του καραβιού του, «Σόλων», ο Γεώργιος Πάνου σαλπάρισε για να αποκλείσει τη Μονεμβασιά από τη θάλασσα.

Άλλα σπετσιώτικα καράβια πήγαν και ξεσήκωσαν Αίγινα, Πόρο και Κούλουρη (Σαλαμίνα) και συνέχισαν για τα Ψαρά. Ατρόμητοι θαλασσινοί οι Ψαριανοί υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό και κωδωνοκρουσίες τους Σπετσιώτες και ύψωσαν επαναστατική σημαία, στις 10 Απριλίου 1821.

Νεοφώτιστος φιλικός (τον μύησε ο Παπαφλέσσας, στα τέλη του 1820), ο πλοίαρχος Αντώνιος Οικονόμου ξεκίνησε, στις 28 Μαρτίου 1821, να μαζεύει στρατό, στην Ύδρα. Οι νοικοκυραίοι πήγαν να τον σταματήσουν αλλ’ αυτός τους είπε πως οι άντρες του θα πολεμούσαν στην Πελοπόννησο.

Όταν έφτασε η είδηση ότι οι Έλληνες πολιορκούσαν τον Ακροκόρινθο, ο Οικονόμου με τους άντρες ξεχύθηκε στην πόλη διαδηλώνοντας με επαναστατικά συνθήματα. Πριν οι πρόκριτοι να καταλάβουν, πού το πάει, ο Οικονόμου κυρίευσε το διοικητήριο κι εγκαταστάθηκε ο ίδιος εκεί, αρχίζοντας να μαζεύει χρήματα. Οι πρόκριτοι, μια και το νησί μπήκε στον χορό, αποφάσισαν να χορέψουν.

Ως τις 31 του Μάρτη, μάζεψαν 130.000 τάλιρα για τον αγώνα, ανέτρεψαν τον Οικονόμου και, στις 16 Απριλίου 1821, ύψωσαν στο διοικητήριο του νησιού την επαναστατική σημαία, έπειτα από πανηγυρική δοξολογία.

Το έγγραφο αυτό αποτέλεσε και εθνική διακήρυξη, παρόμοια με αυτή που εκδόθηκε από άλλες Ελληνικές Αρχές:

“Το Ελληνικόν Έθνος βεβαρυμένον πλέον να στενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν υπό τον οποίον τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδίστως, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθίσας εις αυτό. …

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της Νήσου ταύτης επιτρέπομεν εις τον Καπετάνιον Γιακουμάκην Τουμπάζην του πλοίου Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ και άλλα πολεμικά όπλα υπό την Ελληνικήν σημαίαν να υπάγη μετά του πλοίου τούτου, όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα, και να ενεργή κατά των Οθωμανικών δυνάμεων δια ξηράς τε και θαλάσσης πάν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ού η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους να αποκατασταθή με στερέωσιν …16 Απριλίου 1821″.

Την άλλη μέρα, 17 του μήνα, ο Λυκούργος Λογοθέτης (1772 – 1850) ύψωνε την επαναστατική σημαία στη Σάμο.