Γράφει ο Βασίλης Δημ. 
Η Νέα Γενιά, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, ασφαλώς και έχουν τα χίλια δίκαια να κατηγορούν τη γενιά των γονιών τους για τα…
δεινά που επισώρευσε στο τόπο.

Κι εμείς κατηγορήσαμε τους δικούς μας γονιούς για τον κόσμο που μας είχαν κληροδοτήσει κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να διορθώσουμε.

Κι οι γονείς μας κατηγόρησαν τους δικούς τους, διότι τους κληρονόμησαν έναν Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και οι παππούδες μας κατηγόρησαν τους δικούς τους γονιούς, διότι κι εκείνοι κληρονόμησαν έναν κόσμο καταστραμμένο από ένα προηγούμενο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Φιλοδοξήσαμε κι εμείς να αλλάξουμε τον κόσμο.

Δεν πρωτοτυπούσαμε όταν το επιχειρούσαμε.

Όλες οι γενιές, σε όλες τις εποχές, είχαν ένα καλό λόγο να επιδιώκουν να αλλάξουν τον κόσμο.

Διότι ποτέ δεν έπαψε ο κόσμος να χρειάζεται αλλαγή, άλλοτε (σπανιότατα) μικρότερη και άλλοτε (κατά κανόνα) μεγαλύτερη.

Αυτό ήταν, είναι και θα είναι το έμβλημα όλων των πολεμικών σημαιών όλων των γενεών.

Όμως στην Παγκόσμια Ιστορία και βεβαίως και στην ελληνική πολύ λίγες κατόρθωσαν να γυρίσουν την Νέα Σελίδα της Ιστορίας αφήνοντας πίσω τη Παλιά. Δεν υπάρχει πιο βαρύ πράγμα να σηκώσεις και να αναποδογυρίσεις από μια Νέα Σελίδα της Ιστορίας. Και δεν υπάρχει πιο ισχυρή έλξη από τη βαρύτητα που ασκεί το Παλιό στην Ανθρωπότητα, προκειμένου να την εγκλωβίσει στην επικράτειά του. Το Χέρι που θα γυρίσει τη Νέα Σελίδα πρέπει να είναι το συλλογικό, ενωμένο Χέρι όλου του Λαού που θα αντλεί τη δύναμη και τη θέληση από ένα γνήσιο όραμα αλλαγής. Σε τούτο το συλλογικό χέρι η Νέα Γενιά θα βάλλει το πάθος της, την αποφασιστικότητα της, τη θέλησή της, αφού προηγούμενα ανακαλύψει ή κατασκευάσει το «γνήσιο όραμα για αλλαγή» στο οποίο και θα ορκιστεί, και οι υπόλοιπες γενιές θα βάλλουν την εμπειρία τους και όση σοφία έχουν ή τις έχει απομείνει.

Τελικώς η γενιά μου ΔΕΝ κατόρθωσε να μεταβάλει στον καιρό της τη Κρίση σε Ευκαιρία.

Και η δική μου γενιά παρέλαβε την δική της Κρίση.

Μόλις είχαμε βγει από την εφτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 ενώ την ίδια στιγμή, κανείς δεν ήθελε να αναστηθούν πάλι οι δυνάμεις του τότε Παλαιοκομματισμού, που σ’ ένα βαθμό ευθύνονταν και οι ίδιες για την έλευση της χούντας των συνταγματαρχών. Ήμασταν ορκισμένοι στρατιώτες στον υψηλό στόχο η Μεταπολίτευση να μην έχει καμία σχέση με τον Παλαιοκομματισμό.

Η επόμενη Μεγάλη Κρίση του 2010 κληροδοτήθηκε στα παιδιά μας με τον δίκαιο και καθόλου κολακευτικό τίτλο του Νεοπαλαιοκομματισμού, όχι μονάχα μια αναβίωση του Παλαιοκομματισμού που εμείς είχαμε παραλάβει, μα και μια απόδειξη ότι στην ουσία δεν υπήρξε Μεταπολίτευση, παρά μονάχα συνέχεια του προ χούντας Παλαιοκομματισμού, αν και με πιο «ραφιναρισμένες» στρατηγικές και τακτικές, κι αυτό όχι πάντα. Απόδειξη ότι η Αθλιότητα ζούσε και βασίλευε όπως στη νεότητα της δικής μου γενιάς και όπως στις γενιές των δικών μας γονιών και προγονιών.

Σήμερα έξι χρόνια μετά την επίσημη έναρξη της Νέας Κρίσης πού βρίσκεται η Νέα Γενιά εν σχέσει με το δικό της στοίχημα, και ποιο εν τέλει είναι αυτό;

Ιδού το ερώτημα που την αφορά.

Ιδού το Χρέος της : το Χρέος να καθορίσει ένα Στοίχημα για τον εαυτό της, για τα δικά της παιδιά, για την Πατρίδα της.

Όμως : πόσο βέβαιη είναι η σημερινή Νέα Γενιά ότι κι αυτή δεν θα κατηγορηθεί από τα δικά της παιδιά, για πράγματα που δίκαια ή όχι, υπερβολικά ή όχι, θα της χρεώσουν και θα της ζητήσουν λογαριασμό;

Κι όμως : τούτη η διαγενεακή απαίτηση απόδοσης λογαριασμού για τα πεπραγμένα, είναι ό,τι το πιο υγιές για τη Δημοκρατία.

Από την άλλη, αναφορικά με το «αναπόφευκτον» των λαθών που και η σημερινή Νέα Γενιά δεν θα τα αποφύγει όσο απαρτίζεται από γήινους Ανθρώπους, περισσότερο κι από τα λάθη αυτά, μετρά ο ίδιος ο αγώνας η ίδια η προσπάθεια.

Να το Χρέος της κάθε γενιάς : να παραλαμβάνει τη σκυτάλη από την προηγούμενη με την υπόσχεση ότι δεν θα κάνει τα ίδια λάθη, ότι αν πρόκειται να κάνει κι αυτή λάθη, και θα κάνει ασφαλώς, τουλάχιστον ας μην είναι η διαχρονική επανάληψη των παλαιών, κάτι που δυστυχώς η δική μου γενιά μα και οι ακόμα παλαιότερες δεν απέφυγαν.

Το χειρότερο θάναι να κατηγορηθεί κάποιος διότι απλά, δεν έχει κάνει τίποτα στη ζωή του, ώστε να εκτεθεί στον κίνδυνο των λανθασμένων επιλογών, ή που εξίσου απλά, σαν το πιο φυσικό πράγμα, να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια λάθη.

Η απραξία και η ρητορική καταγγελία ως αντίδραση σε ό,τι το άθλιο παρέλαβε από την προηγούμενη ή τις προηγούμενες γενιές, δεν είναι αντίδραση : είναι υπεκφυγή.

Ας ξαναθέσω το ερώτημα : Έκανε λάθη η γενιά μου;

Πολλά!

Πετύχαμε κάτι;

Ναι, κάτι πετύχαμε, όσο κι αν ρίξαμε το γάλα από τη καρδάρα μόνοι μας, εν τούτοις, έμεινε κάτι.

Έμεινε ότι το μάθημα πως για να πετύχεις κάτι που θα σε οδηγήσει σε πιο ανθρώπινα επίπεδα ευημερίας, δεν είναι ακατόρθωτο. Η δική μου γενιά το πέτυχε, και εκεί που απέτυχε ήταν να καταστήσει μακροπρόθεσμα βιώσιμη αυτή την επιτυχία. Και κυρίως έμεινε ως μάθημα ότι η επίτευξη του τελικού στόχου δεν θα είναι μια διαδοχή από επιτυχημένες ή αποτυχημένες προσπάθειες. Θα είναι μια διαδοχή από εναλλασσόμενες επιτυχίες και αποτυχίες, συνήθως δε, με περισσότερες αποτυχίες, όμως, η εμμονή στο στόχο να πετύχεις κάτι το άξιο λόγου, σε κάνει να προσπαθείς ξανά και ξανά, σε κάνει να μην δίνεις σημασία στις Σειρήνες της Αθλιότητας που σου λένε : «Μα δεν απογοητεύτηκες; Δεν βλέπεις πόσο προσπαθείς και δεν πετυχαίνεις τίποτα; Δεν βλέπεις, στο τέλος της γραφής, πόσο θλιβερά λίγοι είναι εκείνοι που πέτυχαν ό,τι εσύ προσπαθείς; Συμβιβάσου λοιπόν! Συμβιβάσου! Συμβιβάσου!» Όμως εσύ απαντάς : «Βάζω στόχο να κατακτήσω τη κορυφή του Έβερεστ, για να κατακτήσω τουλάχιστο την κορυφή του Ολύμπου. Βάζω στόχο να κατακτήσω τη κορυφή του Ολύμπου για να κατακτήσω τουλάχιστο τη κορυφή ενός λόφου. Βάζω στόχο να κατακτήσω την κορυφή ενός λόφου, για να κατακτήσω τουλάχιστον ένα τόπο που θα βρίσκεται λίγο πιο ψηλά και λίγο πιο μακριά από εκεί που βρίσκομαι τώρα. Κι όταν αυτό το τελευταίο μικρό βήμα γίνει σαν αποτέλεσμα της προσπάθειας που έκανα και που ήταν για μένα το μέγιστο που μπορούσα να δώσω, τότε αυτή η επιτυχία έχει για μένα την ίδια σημασία μ’ εκείνον που κατέκτησε τον Όλυμπο, και απείρως μεγαλύτερη σημασία από εκείνον που κλαίει πάνω από χυμένες καρδάρες ελεεινολογώντας τους πάντες και τα πάντα, αλλά, μη κάνοντας ο ίδιος απολύτως τίποτα, και πολύ περισσότερο, δικαιολογώντας το γιατί δεν αξίζει να κάνεις απολύτως τίποτα».

Ναι, οι προηγούμενες γενιές, έκαναν λάθη, πρόδωσαν στη πορεία τον ίδιο τους τον αγώνα με το να ανεχθούν την προδοσία αυτών που βρίσκονταν στη πρωτοπορία του αγώνα τους και τον ιδιοποιήθηκαν, αλλά προσπάθησαν, αγωνίστηκαν.

Και είναι άλλο πράγμα να κατηγορείς κάποιον διότι δεν περιφρούρησε τον αγώνα του όπως θάπρεπε, έγκλημα κι αυτό, αναμφίβολα, κι άλλο πράγμα να τον κατηγορείς διότι δεν προσπάθησε καν.

Ναι θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί πολλά περισσότερα.

Όμως, έμεινε το μεγάλο μάθημα, πώς μπορείς να χάσεις σε μια στιγμή ό,τι αγωνίστηκες πολύ για να το πετύχεις, κι αυτό είναι το μάθημα, που η δική μου γενιά δεν ενέσκηψε με το ενδιαφέρον που επέβαλε η κρισιμότητά του, ώστε να διδαχτούμε από τα λάθη των προηγούμενων δικών μας γενιών.

Στη βιασύνη μας να απορρίψουμε ό,τι έπρεπε να απορριφθεί, δυστυχώς, δεν κρατήσαμε και ό,τι θάπρεπε να κρατήσουμε ως παρακαταθήκη, και η γνώση των αιτίων των δικών τους αποτυχιών, αναμφίβολα θα μας προστάτευε όχι μονάχα να μην τις επαναλάβουμε, μα και να διασώσουμε ό,τι με κόπο πετυχαίναμε.

Αυτό το λάθος της συνολικής απόρριψης, η σημερινή Νέα Γενιά δεν θα πρέπει να το επαναλάβει, παρόλο ότι αυτό ακριβώς φαίνεται ότι κάνει.

Δεν γνωρίζω γενιές που να μην ήταν δυσαρεστημένες με την κληρονομιά που έλαβαν από τους γονείς τους. Αν αυτό έχει κάποια σημασία, και έχει, αυτό ισχύει για κοινωνίες από τη Σουηδία ως τη Σομαλία και από την Αμερική ίσαμε την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η κάθε γενιά και η Ανθρωπότητα συνολικά αναγνωρίζει ότι η Υπόθεση της Προόδου, το Αίτημα για Πρόοδο είναι ένα διαρκές εκκρεμές που παλινδρομεί ανάμεσα στο Εμπρός και Πίσω, και θα συνεχίσει να είναι όσο το Περιεχόμενο της Προόδου είναι ασύμβατο και απαράδεκτο εν σχέσει με ό,τι ο Άνθρωπος θεωρεί ότι συνιστά το περιεχόμενο της ΖΩΗΣ του με όλα τα γράμματα κεφαλαία στη λέξη ΖΩΗ.

Υπάρχουν στιγμές σε όλες σχεδόν τις ανθρώπινες κοινωνίες στις οποίες η Εθνική Κακομοιριά γίνεται το κυρίαρχο χαρακτηριστικό : Μοιρολατρία, παραίτηση και απάθεια κυριαρχούν. Να ο κίνδυνος που η Νέα Γενιά οφείλει να αντιμετωπίσει και μάλιστα να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα και ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ.

Απαξιώσαμε τη σημασία, τη χρησιμότητα και κυρίως τη δύναμη της ψήφου να επιβάλλουμε εμείς, ο λαός, τις δικές μας γενικές κατευθύνσεις και επιλογές, αναδεικνύοντας πολιτικές ηγεσίες άξιες της αποστολής και της εμπιστοσύνης του λαού, σε βαθμό ώστε η ίδια η εκλογική διαδικασία μα και τα πολιτικά αποτελέσματα που παρήγαγε να ήταν άξια για γέλια αν δεν ήταν κυρίως άξια για κλάματα λόγω των άφατων δεινών που παρήγαγαν για τον τόπο και το λαό.

Ανεχθήκαμε και αδιαφορήσαμε για το πολιτικό έγκλημα και την ατιμωρησία του και αντί να το κάνουμε να αγωνιά για τη στιγμή της Νέμεσης του επιτρέψαμε να της βγάζει τη γλώσσα, πράγμα που ουσιαστικά σήμαινε την νομιμοποίησή του.

Ανεχθήκαμε την διαπλοκή.

Ανεχθήκαμε τη κλοπή του δημόσιου χρήματος και περιουσίας.

Με απίστευτη διάθεση αυτοκοροϊδίας καταβροχθίζαμε ξαναζεσταμένα φαγητά (δήθεν νέες και άξιες λόγω πολιτικές, νέα οράματα, νέους στόχους, νέες αφετηρίες στο δρόμο για τη κατάκτηση του μέλλοντος), σαν νέα και φρέσκα, αρνούμενοι να δεχτούμε να δοκιμάσουμε κάτι άλλο, και κυρίως, να συνεχίζουμε τις δοκιμές έως ότου βρούμε κάτι το ανεκτό και αποδεκτό στις πολιτικές και αξιακές μας αισθήσεις που τόσο είχαν εθιστεί με φαγητά-σκουπίδια.

Με απίστευτη εμμονή εξαθλιώναμε αξίες και αρχές που θάπρεπε να τα διαφυλάσσουμε ως κόρη οφθαλμού και υιοθετήσουμε πολιτικά τσιτάτα και πολιτικές ρητορείες που θάπρεπε ασυζητητί να τα πετάμε στα σκουπίδια μαζί με τις γλώσσες που τα έλεγαν.

Αδιαφορήσαμε τόσο πολύ για τα ηθικά ζητήματα στην πολιτική, παπαγαλίσαμε τόσο εύκολα τέτοιες πολιτικές αμοραλιστικού περιεχομένου ρητορείες όπως ό,τι δεν είναι ηθικό δεν είναι παράνομο ώστε τελικά καταλήξαμε να παράγουμε μια πολιτική πραγματικότητα βουτηγμένη στην ανηθικότητα η οποία όμως ξεπλένονταν μέσα στην κολυμβήθρα της νομικής ερμηνείας της.

Τη στιγμή που η γενιά μου έβγαινε από την μήτρα της Ιστορικής Επιταγής που με τόσο πόνο και τόσες θυσίες κυοφορούσε το Νέο, μέσα από τον απόλυτο εφησυχασμό μόνοι μας ξαναεπιστρέψαμε στην Αθλιότητα του Παλαιοκομματισμού και της Παλαιοπολιτικής  οι οποίες πριν καλά-καλά καταλάβουμε τι και πώς συνέβη μας άρπαξαν και μας ξανάχωσαν στη κοινή τους μήτρα κι από εκεί μας ρούφηξαν στο εσωτερικό της σκοτεινής και τοξικής τους γαστέρας.

Η Νέα Γενιά, δικαιούται και υποχρεούται να στηλιτεύσει όλα τα παραπάνω.

Δεν δικαιούται όμως απλά, αντίθετα, υποχρεούται, να ζητήσει απολογισμό των πεπραγμένων όσων κυβέρνησαν τον τόπο, τόσο πίσω, όσο πίσω πάνε οι ρίζες της σημερινής Μεγάλης Κρίσης.

Δεν δικαιούται όμως απλά, αντίθετα, υποχρεούται, να ζητήσει την τιμωρία όσων από δόλο ή από βαριά αμέλεια ζημίωσαν το δημόσιο ταμείο πολύ δε περισσότερο όταν θα βρεθούν εμπρός σε κατ’ επάγγελμα και καθ’ έξιν πολιτικά και σχετιζόμενα με αυτά εγκλήματα της Διαπλοκής.

Δεν δικαιούται όμως απλά, αντίθετα, υποχρεούται, να δώσει τέλος στην θεσμική ατιμωρησία των μεγαλολαμογιών της Χώρας και των διεθνών του πλοκαμιών, που αποτελούν όχι απλά μια μάστιγα, αλλά ουσιαστική Ξένη Κατοχική Δύναμη της Πατρίδας, διότι μέλος αυτής της Πατρίδας δεν μπορεί να θεωρείται όποιος συνειδητά την δολοφονεί απομυζώντας τους χυμούς του ιδρώτα του λαού της για πρόοδο και προκοπή.

Δεν δικαιούται όμως να μέμφεται καμία προηγούμενη γενιά αν όλα τα παραπάνω που υποχρεούται να κάνει δεν τα κάνει και ουσιαστικά τα νομιμοποιήσει.

Αυτό είναι το Χρέος της Νέας Γενιάς : να αυτοκαθορίσει το δικό της Χρέος! Να έχει ένα Υψηλό Χρέος να επιτελέσει.

Το ερώτημα δεν είναι αν διαθέτει αυτό το Χρέος : όλες οι Γενιές το διέθεταν, ανεξάρτητα πόσο αποτελεσματικά το υπερασπίστηκαν ή στο τέλος το πρόδωσαν.

Το ερώτημα είναι αν ήρθε η ιστορική εκείνη στιγμή, που θα το αναδείξει και θα το διεκδικήσει. Διότι και τα δύο πρέπει να υπάρχουν. Και η ύπαρξη του Χρέους και η Ιστορική Συγκυρία. Αν η δεύτερη παρέλθει, απλά, το Χρέος δεν θα αναδυθεί, και η υπόθεση θα πάει στην επόμενη Γενιά η οποία όμως, δεν θα αφήσει ασχολίαστη την αβελτηρία αυτή.

Όμως, αν η Σημερινή Μεγάλη Κρίση, δεν είναι η κατάλληλη Ιστορική Συγκυρία πότε θα είναι αυτή;