Τι είπε ο Σταθάκης στο ελληνο-γερμανικό φόρουμ του «Economist» στο Βερολίνο;
Οτι «το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο μέχρι το 2022», ενώ «για μετά χρειαζόμαστε μια νέα συζήτηση». Γιατί το είπε; Πρώτο, γιατί βρισκόταν στο Βερολίνο και ήθελε να δείξει την προσαρμογή της κυβέρνησης στη «γραμμή Σόιμπλε». Δεύτερο, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα και σ’ ένα διεθνές οικονομικό φόρουμ δεν είναι εύκολο για έναν τεχνοκράτη υπουργό να λέει παπαριές.

Γιατί ο Σταθάκης υποχρεώθηκε σε διορθωτική δήλωση; Γιατί μόλις την προηγούμενη μέρα ο Τσίπρας είχε επιτεθεί και πάλι στον Σαμαρά, κατηγορώντας τον ότι χαρακτήριζε το χρέος βιώσιμο και κρύβοντας ότι ο Σαμαράς δεν έλεγε τίποτα διαφορετικό απ’ αυτό που είπε ο Σταθάκης. Κι εκείνος χαρακτήριζε το χρέος βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, ενώ δεν παρέλειπε να θυμίζει τη συμφωνία στο Εurogroup το Δεκέμβρη του 2012, που μιλούσε για νέα αναδιάρθρωση του χρέους υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα κάθε χρόνο. Επρεπε, λοιπόν, ο Σταθάκης να κάνει μια διόρθωση, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα στην ουσία, έτσι που να διευκολύνεται η προπαγάνδα του Μαξίμου.

Τι υποστηρίζει ο Σόιμπλε; Οτι αυτή τη στιγμή η συζήτηση για το χρέος είναι καθαρά θέμα «πρεστίζ» για την ελληνική κυβέρνηση (για να έχει ο Τσίπρας να «πουλήσει» κάτι στον ελληνικό λαό, εν είδει ζαχαρώματος του κινίνου της συνεχιζόμενης μνημονιακής πολιτικής), ενώ γι’ αυτόν (για τον Σόιμπλε) το θέμα τώρα είναι να γίνουν οι απαραίτητες «μεταρρυθμίσεις» και μετά υπάρχει χρόνος για το χρέος.

Τα ίδια είπε -με το δικό της τρόπο- η Μέρκελ, στην κοινή συνέντευξη Τύπου που έδωσε με τη Λαγκάρντ στο Βερολίνο. Ξεκαθάρισε καταρχάς ότι «δεν είναι απαίτηση της γερμανικής κυβέρνησης να μη γίνει κούρεμα του χρέους, αλλά αυτό δεν είναι νομικά εφικτό εντός της ευρωζώνης». Θύμισε ότι με το τρίτο Μνημόνιο «ανοίξαμε δυνατότητες για το ζήτημα του χρέους, όμως αυτό που προέχει τώρα είναι να προχωρήσει η υλοποίηση του προγράμματος», που «η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι είναι διατεθειμένη να κάνει». Σύμφωνα με την καγκελάριο, «είμαστε σε πολύ συνετό δρόμο, αλλά δυστυχώς δεν φτάσαμε ακόμα στο στόχο».

Η Λαγκάρντ συμφώνησε με τη Μέρκελ: «Δεν είμαστε ακόμα εκεί που θέλουμε να φτάσουμε, εκεί που πρέπει να βρίσκεται η Ελλάδα για να έχει σταθερότητα, να μπορεί να αναπτυχθεί και να καλύπτει τις ανάγκες των πολιτών της». Οσο για το χρέος, δεν τόλμησε να εκφράσει άποψη διαφορετική απ’ αυτή της Μέρκελ. Οπως είπε, «ζητούμενο είναι η μακροπρόθεσμα βιώσιμη ανάπτυξη και βιωσιμότητα του χρέους», θέματα για τα οποία «είχαμε μια καλή συζήτηση με την καγκελάριο».

Ο Σταθάκης ήξερε πολύ καλά ότι ευρισκόμενος στο Βερολίνο πρέπει να κινηθεί σ’ αυτό το πλαίσιο. Στους έλληνες ανταποκριτές εξήγησε ότι οι δόσεις αποπληρωμής του πρόσφατου κρατικού χρέους αρχίζουν μετά το 2022, είναι ογκωδέστατες και γι’ αυτό πρέπει να υπάρξει παρέμβαση με τα εργαλεία της επιμήκυνσης και των επιτοκίων, για να γίνει βιώσιμο το χρέος και τα χρόνια μετά το 2022. Μετά το ντόρο που ξέσπασε στην Ελλάδα, έκανε πρώτα μια διορθωτική δήλωση και μετά διένειμε μέσω του Γραφείου Τύπου του υπουργείου Οικονομίας «ενημερωτικό σημείωμα» με τα «βασικά σημεία της ομιλίας του Γ. Σταθάκη στο Forum του Economist». Με το γνωστό συριζαίικο θράσος, ο Σταθάκης κατήγγειλε «παραπλανητικά δημοσιεύματα περί ανατροπής της θέσης της κυβέρνησης για το χρέος, τα οποία είναι εκτός τόπου και χρόνου», και κατέληξε: «Με την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης πρέπει να κλείσει και το ζήτημα της βιωσιμότητας του μακροχρόνιου χρέους της Ελλάδας. Διαφορετικά θα καταστεί δυσχερής η προσέλκυση  μακροχρόνιων επενδύσεων στη χώρα». Γιατί, όμως, δεν διένειμε πλήρη απομαγνητοφώνηση της ομιλίας του, για να δούμε τι ακριβώς είπε, αλλά κατασκεύασε στα βιαστικά το σημείωμα με τα «βασικά σημεία της ομιλίας του»;

Στην πραγματικότητα, όλοι λένε το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά λόγια: ότι κούρεμα του χρέους αποκλείεται να γίνει και πως η μνημονιακή συμφωνία (που κρατάει από το Νοέμβρη του 2012 και απλά επαναβεβαιώθηκε με το τρίτο Μνημόνιο) αναφέρεται σε ρύθμιση του χρέους που λήγει μετά το 2022, διότι μέχρι τότε θεωρούν ότι είναι βιώσιμο. Τι σημαίνει βιώσιμο; Οτι το ελληνικό κράτος μπορεί να πληρώνει όσες δόσεις λήγουν (δόσεις του ΔΝΤ και ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ, τα ελληνικά ομόλογα της οποίας εξαιρέθηκαν σπό το PSI) συν τους τόκους κάθε χρονιάς.

Δεν υπάρχει, δηλαδή, αυτό που είχε διαφανεί παλαιότερα ως διαφωνία ανάμεσα σε ΔΝΤ και σε Βρυξέλλες-Φρανκφούρτη-Βερολίνο, με το ΔΝΤ να ζητά κούρεμα και των ομολόγων που κατέχουν κράτη της Ευρωζώνης (πρώτη δανειακή σύμβαση) και ο EFSF (δεύτερη δανειακή σύμβαση). Το ΔΝΤ εξακολουθεί να θέτει αυτό το ζήτημα, αλλά σε μια καθαρά θεωρητική βάση, με την οποία δημιουργεί ένα μοχλό πίεσης για τη λήψη περισσότερων αντιλαϊκών μέτρων. Οπου βρεθούν κι όπου σταθούν, τα στελέχη του ΔΝΤ –από Λαγκάρντ μέχρι Τόμσεν- λένε: πρέπει να παρθούν πρόσθετα μέτρα τόσο τοις εκατό του ΑΕΠ. Αν θέλετε λιγότερα μέτρα, τότε πρέπει να κουρέψετε χρέος. Ετσι, ασκείται μια «ορθολογική»-τεχνοκρατική πίεση για περισσότερα μέτρα, με το ΔΝΤ να σηκώνει ευχαρίστως το ρόλο του «κακού» της υπόθεσης.

Μετά από τη συμφωνία όλων επί της αρχής, αρχίζουν οι διαφωνίες επί της τακτικής. Οι Τσιπραίοι λένε: «δώστε μας τη ρύθμιση τώρα, όπως συμφωνήσαμε στο Μνημόνιο». Και φέρνουν ως επιχείρημα πως η ρύθμιση του χρέους και για το διάστημα μετά το 2022 θα δημιουργήσει ένα κλίμα σταθερότητας που θα προσελκύσει τους επενδυτές. Ο Σόιμπλε απαντά ότι μέχρι το 2022 δεν υπάρχει πρόβλημα, επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος βιασύνης, ενώ για τους επενδυτές το σημαντικό είναι να δουν να υλοποιούνται οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και όχι να δουν μια ρύθμιση για το χρέος που θα εφαρμοστεί μετά από χρόνια.

Οι Τσιπραίοι θέλουν κάτι ως εργαλείο προπαγάνδας, ο Σόιμπλε θέλει κάτι ως εργαλείο παρέμβασης. Πού μπορούν να τα βρουν σ’ αυτή τη φάση; Στην έναρξη μιας συζήτησης για το χρέος, που μπορεί να τραβήξει καιρό, και όχι σε μια συμφωνία στα γρήγορα. Αλλωστε, οι Τσιπραίοι προσδένονται στο άρμα του Βερολίνου, γιατί η παλιά σπέκουλα με τις θέσεις του ΔΝΤ για το χρέος τούς είναι πλέον άχρηστη. Την περίοδο που παραμύθιαζαν τον ελληνικό λαό με το αίτημα για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους», κατήγγειλαν τη «μάνταμ Μέρκελ» για τη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία της και επικαλούνταν το ΔΝΤ που «ζητούσε» κούρεμα του χρέους. Ποιος δε θυμάται τον Τσίπρα να ανάβει και να κορώνει στα προεκλογικά μπαλκόνια, παρουσιάζοντας το ΔΝΤ ως υπεύθυνο οργανισμό που τάσσεται υπέρ του κουρέματος του χρέους;

Πλέον, αυτό το παραμύθι τελείωσε. Τελείωσε στις 20 Φλεβάρη του 2015, όταν υπογράφτηκε η γνωστή συμφωνία στο Eurogroup, που αναγνώρισε ότι η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει το χρέος και θα το πληρώσει μέχρι τελευταίου σεντ. Τελείωσε όταν ο Μπαρουφάκης διασάλπισε από την Ουάσινγκτον, από την έδρα του ΔΝΤ, ότι το ελληνικό κράτος θα αποπληρώνει το χρέος του «εις το διηνεκές». Οπότε τώρα οι Τσιπραίοι δεν έχουν ανάγκη από το ιδεολόγημα «να, και το ΔΝΤ ζητάει κούρεμα του χρέους». Προσδένονται, λοιπόν, στη γερμανική πολιτική, γλείφουν τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, μπας και φανούν λίγο πιο διαλλακτικοί και «δώσουν» μια κάποια κλιμάκωση στο χρόνο των αντιλαϊκών μέτρων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι το χρέος θα αποτελεί ένα εργαλείο αποικιοποίησης «εις το διηνεκές». Ενα εργαλείο απομύζησης αξιών που παράγονται στην Ελλάδα (του ιδρώτα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων, δηλαδή) και διατήρησης της κινεζοποίησης. Η τακτική του Σόιμπλε αυτή την εποχή δεν είναι τυχαία. «Κάντε πρώτα τις μεταρρυθμίσεις και μετά συζητάμε για το χρέος» είναι η μόνιμη επωδός του. Οταν ανοίξει αυτή η συζήτηση, που θα αφορά χρονικά την περίοδο μετά το 2022, οι ιμπεριαλιστές δανειστές δε θα δώσουν, φυσικά, κάποια επιμήκυνση του χρέους εν λευκώ. Θα θέσουν όρους και θα απαιτήσουν αυτοί οι όροι να αποκτήσουν νομική ισχύ.

«Θα έχουμε το κείμενο και μπορεί η συζήτηση να διευρυνθεί και σε άλλα θέματα, όπως το χρέος», είπε κουτοπόνηρα ο Τσακαλώτος το βράδυ της περασμένης Τετάρτης, αναφερόμενος στο προσχέδιο συμφωνίας με την τρόικα. Εκανε λόγο απλά για συζήτηση (και όχι συμφωνία) για το χρέος, χωρίς μάλιστα καμιά βεβαιότητα ότι αυτή η συζήτηση θα ξεκινήσει τώρα.
Πηγή