Η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών γίνεται έπειτα από…
συμφωνία των μερών εργοδότη – ασφαλισμένου. Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών ο εργαζόμενος δεν δικαιούται αποδοχές σύμφωνα με την αρχή ότι ο μισθός αντιστοιχεί σε πραγματική εργασία.

Σε περίπτωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου η χορήγηση της άδειας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι επιφέρει αναστολή λήξης της σύμβασης για ίσο χρόνο προς το χρονικό διάστημα της άδειας.

Μετά δε τη λήξη της, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να προσφέρει πάλι τις υπηρεσίες του, ο δε εργοδότης να τις αποδεχθεί ερμηνεύοντας καλόπιστα τους όρους της εργασιακής σύμβασης.

Πρόβλημα παρουσιάζεται κατά τους ελέγχους του ΙΚΑ και αν ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί στον Οργανισμό την απουσία εργαζομένου με άδεια άνευ αποδοχών, δεδομένου ότι έτσι για τις αντίστοιχες ημέρες δεν υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές.

Κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είθισται ο εργοδότης να γνωστοποιεί στις αρμόδιες Υπηρεσίες εσόδων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ την έγκριση της άδειας άνευ αποδοχών των υπαλλήλων του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα με πρωτόκολλο παραλαβής και αυτό για να διευκολυνθεί ο ουσιαστικός έλεγχος των ελεγκτικών οργάνων του Ιδρύματος.

Η ενημέρωση αυτή δεν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, αντικειμενικό σκοπό έχει τον αποτελεσματικότερο, συνεπή, ακριβή και αδιάβλητο έλεγχο των εργοδοτών με τη σωστή εξακρίβωση των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση και των εισφορών που πρέπει να καταβληθούν.

Εξάλλου, ο επί του ελέγχου υπάλληλος έχει τη δυνατότητα ή να διενεργεί επιτόπιο έλεγχο, ή να διαπιστώνει την κανονική ασφάλιση των απασχολουμένων από τον εργοδότη μισθωτών, με βάση τις εγγραφές που υπάρχουν, αλλά και από τα λοιπά έγγραφα που τηρεί ο εργοδότης.

Καλό είναι, πάντως, να γίνεται η γνωστοποίηση, γιατί πολλές φορές ο ελεγκτής του ΙΚΑ θεωρεί ότι μπορεί και να υποκρύπτεται αδήλωτη εργασία.

Διαβάστε παρακάτω το περιεχόμενο σχετικού έγγραφο του ΙΚΑ:

Σχετικά με την άδεια άνευ αποδοχών για προσωπικούς λόγους, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών γίνεται έπειτα από συμφωνία των μερών εργοδότη – ασφαλισμένου.

Η άδεια αυτή αποτελεί συμβατική αναστολή της εργασιακής σχέσης, κατά τη διάρκεια της οποίας ούτε ο μισθωτός παρέχει υπηρεσίες ούτε ο εργοδότης καταβάλλει αποδοχές.

Για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων προβλέπεται από ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται σε εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας, κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας κ.λπ.

Σε περίπτωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου η χορήγηση της άδειας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι επιφέρει αναστολή λήξεως της συμβάσεως για ίσο χρόνο προς το χρονικό διάστημα της άδειας.

Μετά δε τη λήξη της, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να προσφέρει πάλι τις υπηρεσίες του, ο δε εργοδότης να τις αποδεχθεί ερμηνεύοντας καλόπιστα τους όρους της εργασιακής σύμβασης, κατά τα άρθρα200 και 288 του Α.Κ.

Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών ο εργαζόμενος δεν δικαιούται αποδοχές σύμφωνα με την αρχή ότι ο μισθός αντιστοιχεί σε πραγματική εργασία (άρθρο 648 του Α.Κ.) Εγκ. Υπ. Εργ. 2380/02.

Σχετικά με τη χορήγηση της κανονικής άδειας μετά τη χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών στον μισθωτό, το Υπουργείο Εργασίας έχει την άποψη ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί και η κανονική άδεια με αποδοχές.

Κατά συνέπεια η άδεια χωρίς αποδοχές χορηγείται μετά την εξάντληση της κανονικής άδειας ή πρέπει να συμφωνείται η τύχη της κανονικής άδειας χωρίς αποδοχές. Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας και συνεπώς υπολογίζεται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του μισθωτού που σχετίζονται με την προϋπηρεσία, στα οποία βέβαια περιλαμβάνονται τα επιδόματα τριετιών και πολυετιών, καθώς και το ποσό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης (ΑΠ 1534/86).

Κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είθισται ο εργοδότης να γνωστοποιεί στις αρμόδιες Υπηρεσίες εσόδων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ την έγκριση της άδειας άνευ αποδοχών των υπαλλήλων του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα με πρωτόκολλο παραλαβής, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2690/99, και αυτό για να διευκολυνθεί ο ουσιαστικός έλεγχος των ελεγκτικών οργάνων του Ιδρύματος.

Η ενημέρωση αυτή δεν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, αντικειμενικό σκοπό έχει τον αποτελεσματικότερο, συνεπή, ακριβή και αδιάβλητο έλεγχο των εργοδοτών με τη σωστή εξακρίβωση των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση και των εισφορών που πρέπει να καταβληθούν.

Εξάλλου, ο επί του ελέγχου υπάλληλος έχει τη δυνατότητα ή να διενεργεί επιτόπιο έλεγχο, ή να διαπιστώνει την κανονική ασφάλιση των απασχολουμένων από τον εργοδότη μισθωτών, με βάση τις εγγραφές που υπάρχουν, αλλά και από τα λοιπά έγγραφα που τηρεί ο εργοδότης (άρθρο 26 του Κ.Α. του ΙΚΑ) (ΑΥΕ 55575/1479/1965).

Για την ένταξη στην μερική απασχόληση και την κάθε μορφής εκ περιτροπής απασχόληση ανά ημέρα, εβδομάδα ή μήνα, η σχετική απόφαση ή συμφωνία η οποία μπορεί να λάβει χώρα τόσο κατά τη σύσταση όσο και κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, πρέπει να γνωστοποιείται εντός 8 ημερών από την κατάρτισή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.

Όταν διαπιστώνεται απασχόληση πέραν των αναγραφομένων στη σύμβαση εργασίας ημερών ή μειωμένου ωραρίου εργασίας, καθώς και όταν δεν τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Ν. 3846/2010 (μη εμπρόθεσμη υποβολή στις επιθεωρήσεις Εργασίας των ατομικών συμβάσεων μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης), η ασφάλιση θα χωρεί για είκοσι πέντε (25) ημέρες εργασίας το μήνα, διότι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις εν λόγω διατάξεις, η συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας τεκμαίρεται ότι καλύπτει τη σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Εφόσον ο εκάστοτε εργοδότης τηρεί όλα τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της ασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας στοιχεία (Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις, ατομικές συμβάσεις εργασίας, ατομικές συμβάσεις μειωμένης ή εκ περιτροπής απασχόλησης γνωστοποιημένες εμπρόθεσμα στις οικείες Επιθεωρήσεις Εργασίας, πίνακες προσωπικού, εκκαθαριστικά σημειώματα μηνιαίων αποδοχών κ.λπ.) και γενικότερα εκπληρώνει όλες τις επιβαλλόμενες από αυτές υποχρεώσεις του, τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ φέρνουν πλήρως το βάρος της αποδείξεως ότι τα προκύπτοντα, από τα τηρούμενα υπό τον εργοδότη στοιχεία, ασφαλιστικά δεδομένα (ημέρες ασφάλισης, ασφαλιστέες αποδοχές κ.λπ.) είναι εικονικά.

Εάν όμως ο εργοδότης δεν τηρεί τα προαναφερόμενα στοιχεία ή γενικώς παραβαίνει τις εν λόγω υποχρεώσεις του και εξαιτίας αυτών των παραβάσεων καθίσταται προβληματική η εξακρίβωση του ύψους των αποδοχών των απασχοληθέντων προσώπων, του αριθμού των ημερών εργασίας τους και της διάρκειας τα απασχόλησής τους, τότε τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μπορούν να προσδιορίσουν το ύψος των καταβλητέων εισφορών κατά την ανεξέλεγκτη κρίση τους (παρ. 11 του άρθρου 26 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) για κάθε ασφαλιστική σχέση.

Στην περίπτωση αυτή η εν λόγω κρίση των οργάνων μας πρέπει να συνάγεται με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο και να αιτιολογεί πλήρως την πραγματοποίηση της ασφαλιστέας απασχόλησης, στηριζόμενη σε κάθε πρόσφορο, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό στοιχείο, συνεκτιμωμένων και αυτών που τυχόν επικαλείται και προσκομίζει ο εργοδότης.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα όργανα ελέγχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οφείλουν να ενεργούν εντός των πλαισίων που θέτει το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει κατ”” αρχήν τις εργασιακές σχέσεις εργοδοτών και εργαζομένων και ακολούθως τις ασφαλιστικές σχέσεις που πηγάζουν από αυτές, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα απόκλισης για λόγους μη προβλεπόμενους από τις ίδιες διατάξεις.

Πάντως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 119 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αποκλειστικά αρμόδιος να αποφασίζει, σε κάθε περίπτωση, για θέματα υπαγωγής προσώπων στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθορισμού ημερών ασφάλισης, καταλογισμού εισφορών κ.λπ. είναι ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος-Παραρτήματος, στην ασφαλιστική περιοχή του οποίου παρασχέθηκε η κρινόμενη απασχόληση.

Τέλος, τυχόν αδυναμία οποιασδήποτε επιχείρησης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που προβλέπει για τους εργοδότες η εργατική νομοθεσία (π.χ. έγκαιρη κατάρτιση συμβάσεων εκ περιτροπής απασχόλησης ή υποβολής προγραμμάτων ωρών εργασίας), θα πρέπει να τίθεται υπόψη των οικείων Υπηρεσιών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (Κεντρική Υπηρεσία ή ΣΕΠΕ), που είναι αποκλειστικά αρμόδιες για να εξετάζουν θέματα σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων (π.χ.Ν. 2639/98 και 2874/00).
Πηγή