Α. Η Χάβρα των Ιουδαίων! Μια έκφραση που χρησιμοποιούμε μεταφορικά…
σε όσες περιπτώσεις θέλουμε να τονίσουμε ή να επισημάνουμε γενικά την οχλαγωγία, την οχλοβοή και το θόρυβο στα πλαίσια μιας συγκέντρωσης ατόμων, τα οποία μιλούν – φωνασκούν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να μην ακούγεται κανένα από αυτά και να μην καθίσταται δυνατή η αντίληψη και η κατανόηση των συνομιλιών.

Η συγκεκριμένη έκφραση, η οποία έχει προφανώς αρνητική χροιά, παραπέμπει σε «θρησκευτικό» εβραϊκό όρο, δεδομένου του ότι, κυριολεκτικά, η λέξη «χάβρα» είναι η εβραιϊκή συναγωγή, δηλαδή ο ιερός τόπος λατρείας των ακόλουθων της εβραϊκής θρησκείας, χώρος στον οποίο οι πιστοί συγκεντρώνονται για ομαδική προσευχή…

Γιατί, όμως, η συγκεκριμένη έκφραση εξέλαβε αρνητική χροιά και κατέστη παροιμιώδης;

Ιστορικά πληροφορούμαστε ότι, στο συγκεκριμένο λατρευτικό χώρο της εβραϊκής θρησκείας, δηλαδή στην επονομαζόμενη «χάβρα», μετά το τέλος της ομαδικής προσευχής, γινόντουσαν συζητήσεις που αφορούσαν τα επίκαιρα θέματα της εβραϊκής κοινότητας. Οι συζητήσεις περατώνονταν με ψηφοφορία επί των θεμάτων, η οποία διεξαγόταν φανερά, δια βοής επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, αντίστοιχα. Αναπόφευκτα, τις περισσότερες φορές η οχλαγωγία ήταν έντονη, με φωνασκίες, λεκτικούς διαξιφισμούς και αντεγκλήσεις…, με αποτέλεσμα η έκφραση «η χάβρα των Ιουδαίων» ή απλώς η χρήση της λέξεως «χάβρα» να αποκτήσει το συγκεκριμένο νοηματικό της περιεχόμενο και να καταστεί μια λεκτική αλληγορία (και όχι κρίση), που περιγράφει μια αρνητική κατάσταση, η οποία αναφέρεται ιστορικά στο συγκεκριμένο τρόπο λήψης των αποφάσεων στην εβραϊκή κοινότητα.

Β. Μια έτερη αλληγορική έκφραση με αρνητικό νοηματικό περιεχόμενο συνιστά η λεκτική αναφορά «το συνέδριο ή το συμβούλιο των Ιουδαίων»!  Συνήθως, η συγκεκριμένη έκφραση χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κυρίως κρυφή συνάθροιση – συγκέντρωση και συνεννόηση ατόμων με δόλιες προθέσεις, υπό το μανδύα της νομιμότητας, τα οποία, καταπατώντας κάθε έννοια δικαίου και ηθικής, επιδιώκουν άδικους, αθέμιτους και εγκληματικούς σκοπούς τους οποίους και θέτουν σε εφαρμογή.

Τι ήταν, όμως, ιστορικά το συμβούλιο αυτό; Ουσιαστικά, ήταν ένα είδος τοπικού εβραϊκού δικαστηρίου, απαρτιζόμενου από είκοσι τρία (23) μέλη, το οποίο έδρευε σε κάθε πόλη και ονομαζόταν «Σανχεντρίν», σύμφωνα με τις βιβλικές αναφορές.

Εκτός, όμως, των τοπικών αυτών δικαστηρίων, στην πόλη της Ιερουσαλήμ έδρευε το Μεγάλο Σανχεντρίν (Μεγάλο Συνέδριο), το  οποίο ήταν το ανώτατο εβραϊκό νομοθετικό και θρησκευτικό συμβούλιο, που αναγνωριζόταν ως αυθεντικός εκφραστής των αρχών του Ιουδαϊκού νόμου, ενώ, παράλληλα, λειτουργούσε και ως ανώτατο δικαστήριο. Ως συνέπεια αυτού, οι δικαστές των κατώτερων δικαστηρίων ήταν υποχρεωμένοι, επί ποινή θανάτου, να δέχονται τις αποφάσεις του Μεγάλου Σανχεντρίν.

Το μεγάλο αυτό Συνέδριο, συγκροτούνταν από τον πρόεδρο που έφερε τον τίτλο του μεγάλου Αρχιερέα, (2) δυο αντιπροέδρους και άλλα εξήντα επτά (67) μέλη, δηλαδή απαρτιζόταν από εβδομήντα (70) συνολικά μέλη και συνεδρίαζε καθημερινά, εκτός εορτών και Σαββάτων, ενώ οι δίκες διεξάγονταν μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Ιστορικά, η ίδρυσή του χρονολογείται τον 2ο αιώνα π.Χ. ενώ, σε σχέση με την παύση της λειτουργίας του, υπάρχει διάσταση απόψεων με αναφορές για τα έτη 70 μ.Χ. (όταν οι Ρωμαίοι υπό τον Στρατηγό Τίτο κατέστρεψαν ολοκληρωτικά την πόλη της Ιερουσαλήμ), 358 μ.Χ. (όπου υποστηρίζεται ότι εκδόθηκε η τελευταία δεσμευτική του απόφαση) και 425 μ.Χ. (όπου θεωρείται ότι διατάχθηκε η διάλυσή του με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄).

Ενώπιον του μεγάλου αυτού συμβουλίου προσήχθη ο Ιησούς, όταν αρχιερέας αυτού ήταν ο Ιωσήφ Καϊάφας. Ο Καϊάφας, του οποίου προκάτοχος ήταν ο πεθερός του Άννας (ο οποίος και ασκούσε μεγάλη επιρροή σε όλο το ιερατείο, όντας ιδιαίτερα δολοπλόκος και επιτήδειος), επιδίωξε με κάθε τρόπο, να επιτύχει τη θανατική καταδίκη του Ιησού Χριστού, παραβαίνοντας κατάφορα τη διαδικασία, η οποία οριζόταν στο εβραϊκό δίκαιο και  συγκεκριμένα όλους τους «δικονομικούς κανόνες», σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, το χρόνο και τον τόπο συνεδρίασης του δικαστηρίου, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, την έλλειψη υπεράσπισης και τον τρόπο ψηφοφορίας των μελών του Μεγάλου Συνεδρίου, η λειτουργία του οποίου στη δίκη του Ιησού Χριστού ήταν καθ’ όλα παράνομη, αντιτιθέμενη πλήρως στα οριζόμενα στο Μωσαϊκό νόμο. Στη δίκη του Ιησού παραβιάστηκαν και οι δέκα (10) οριζόμενοι δικαστικοί κανόνες του Μεγάλου Συνεδρίου!

Ο Καϊάφας αναφέρεται από τους Ευαγγελιστές Ματθαίο (κεφάλαιο 26, στίχος 3, κεφ. 26, στίχος 57), Λουκά (κεφ. 3, στίχος 2) και Ιωάννη (κεφ. 11, στίχος 49, κεφ. 18, στίχοι 13-14-24-28), όπως, επίσης, στο τέταρτο κεφάλαιο, (στίχος 6) των Πράξεων των Αποστόλων, στο οποίο περιγράφεται η προσαγωγή του Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος τελικά αφέθηκε ελεύθερος, αφού δεν υπήρχαν στοιχεία θεμελιωτικά της ενοχής.

Ο Καϊάφας έμεινε πολλά χρόνια στο αξίωμά του, από το 18 μ.Χ. μέχρι και το 36 μ.Χ., σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο Μωσαϊκό νόμο περί ετήσιας θητείας του Αρχιερέα του Μεγάλου Συμβουλίου, λόγω του ότι ο ίδιος ήταν από τους πιο «αφοσιωμένους» συνεργάτες των Ρωμαίων και εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντά τους. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσήφ, ενώ το όνομα Καϊάφας ήταν υποκοριστικό και ερμηνευόταν, κατά μία άποψη, ως «ο υποτάσσων» και κατά έτερη ως «ο βράχος».

Στο Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αναφέρεται ότι η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή ταξίδεψε μέχρι τη Ρώμη και εμφανιζόμενη ενώπιον του ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου κατήγγειλε τις εγκληματικές αυθαιρεσίες των Αρχιερέων και του Ρωμαίου Κυβερνήτη της Ιουδαίας  Πόντιου Πιλάτου, οι οποίες οδήγησαν στην άδικη και εγκληματική καταδίκη του Ιησού Χριστού. Ο Πόντιος Πιλάτος παραβίασε και ο ίδιος τους βασικούς κανόνες και  τις δικονομικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, στα πλαίσια της δεύτερης δίκης που ακολούθησε μετά τη νυχτερινή παράνομη δίκη του Ιησού από τον Καϊάφα, (διότι το Συνέδριο των Ιουδαίων δεν είχε δικαίωμα να Τον καταδικάσει σε θάνατο χωρίς την έγκριση του Ρωμαίου Κυβερνήτη).

Ο αυτοκράτορας, αφού πληροφορήθηκε περί των θαυμάτων του Ιησού και των καταπληκτικών φυσικών φαινομένων που ακολούθησαν τη Σταύρωση και όντας ο ίδιος βιωματικός γνώστης της συσκότισης όλης της οικουμένης [από δε έκτης ώρας σκότος εγένετο επί πάσαν την γήν έως ώρας ενάτης – Ματθαίος:27], [και γενομένης ώρας έκτης σκότος εγένετο εφ’ όλην την γήν έως ώρας ενάτης – Μάρκος:15], [και ην ήδη ωσεί ώρα έκτη και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γήν έως ώρας ενάτης – Λουκάς:23], διέταξε την άμεση προσαγωγή τους στη Ρώμη.

Ο Τιβέριος, ιδιαίτερα εξοργισμένος με τη στάση του Πιλάτου, ο οποίος ενήργησε αυθαίρετα, χωρίς να έχει απευθυνθεί, προηγουμένως, στον ίδιο, λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας του ζητήματος, αλλά, αντίθετα, ενημερώνοντας τον μεταγενέστερα των πεπραγμένων, χαρακτήρισε τον Πιλάτο ανάξιο, βέβηλο και με πορωμένη συνείδηση «επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού», κατηγορώντας τον ότι συντάχθηκε αμέσως με τους εχθρούς του Ιησού από τους οποίους, όπως επεσήμανε, «έλαβε δώρα».

Ο Άννας, ο πρώην αρχιερέας των Ιουδαίων, ο οποίος «προανέκρινε»  τον Ιησού, προκειμένου να προετοιμάσει αποτελεσματικά την καταδίκη Του, όντας ο ίδιος ο πρώτος από τους εχθρούς Του, ενώπιον του οποίου οδηγήθηκε ο Ιησούς μετά τη σύλληψή Του στον κήπο της Γεθσημανής, εκτελέστηκε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο στη Ρώμη – τυλιγμένος γυμνός σε δέρμα βοδιού κάτω από τον καυτερό ήλιο…, ενώ ο  Πιλάτος, κατά μια άποψη πέθανε στη φυλακή, κατά άλλη, αφού, οδηγήθηκε δέσμιος στη Ρώμη, εκτελέστηκε από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ενώ, σύμφωνα με τρίτη άποψη, αυτοκτόνησε έχοντας εξοριστεί στη Γαλλία από τον αυτοκράτορα Καλιγούλα, διάδοχο του Τιβέριου.

      Ο Καϊάφας βρέθηκε στην Κρήτη, όταν το πλοίο που τον  μετέφερε στη Ρώμη ναυάγησε κοντά στις ακτές και ο ίδιος κατάφερε να σωθεί. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα αρρώστησε βαριά και πέθανε. Η ταφή του έγινε επτά (7) φορές, αφού η γη δεν τον δεχόταν και το χώμα τον απέβαλλε κυριολεκτικά – «η γης τον ανεξέρνα (απέβαλε) άλυωστο και μαύρο σαν τον Κάη (Κάϊν), για το μεγάλο κακό πώκαμε, που καταδίκασε το Χριστό». Τότε, σύμφωνα με την παράδοση, συγκεντρώθηκε μεγάλο πλήθος και με κατάρες τον έθαψε κάτω από ένα τεράστιο σωρό από πέτρες και χώματα, σε ένα χωρίο κοντά στο Ηράκλειο, πιθανότατα έξω από την Κνωσό. Ο τόπος αυτός ονομάστηκε «μνήμα του Καϊάφα» και σωζόταν μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα.

Κατόπιν όλων αυτών, σίγουρα, ο κάθε ένας και η κάθε μια από εμάς θα πρέπει να αναρωτηθεί:

– Μπορεί να υπάρξει μια στοιχειώδη συνεννόηση για να ληφθεί μια  απόφαση μέσα σε μια χάβρα συναθροισθέντων και μάλιστα «αρμοδίων» ατόμων;  και

– Τι έπεται για κάθε δόλιο μέλος ενός παράνομου «συνεδρίου» των Ιουδαίων»;;;
Πηγή