Με τη δεύτερη ταινία του έφτασε στο «Ενα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών, παρουσιάζοντας την ιστορία μιας γυναίκας και…
μιας χώρας εγκλωβισμένες στον κύκλο της βίας. Στο Flix ο Κολομβιανός δημιουργός μιλάει για την εμπειρία.

Πριν χαθεί στη ζούγκλα της Κολομβίας και φτάσει στο Φεστιβάλ Καννών με την ταινία που έκανε το όνομά του γνωστό στον κινηματογραφικο κόσμο, ο Χοσέ Λουίς Ρουχέλες δούλεψε για 15 χρόνια στη διαφήμιση και σκηνοθέτησε ταινίες μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ βίντεο κλιπ, ενώ το 1995 ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής στην οποία εμπιστεύτηκε και την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, «Garcia», το 2010.

Στο Flix μιλάει για μια ταινία που ξεκίνησε περισσότερο σαν ανάγκη για να καταλήξει σε ένα ειλικρινές και ατρόμητο πορτρέτο μιας ολόκληρης χώρας και επιμένει πως το σινεμά είναι από τη φύση του «πολιτικό», όταν είναι ειλικρινές.

Ποια ήταν η αρχική έμπνευση για την ταινία;

Ο Ντιέγκο Βιβάνκο, σεναριογράφος του «Garcia» ξεκίνησε την έρευνα πέντε χρόνια πριν, μου έδωσε ένα πρώτο σενάριο και αρχίσαμε να κάνουμε συνεντεύξεις σε κορίτσια που είχαν επιστρέψει από τον πόλεμο. Ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε ένα χαρακτήρα που όχι μόνο μας συγκινούσε αλλά μας έκανε να δεσμευτούμε με το θέμα με έναν υπερβολικό τρόπο. Οταν κοιτάς από κοντά την πραγματικότητα, απέναντι στην οποία συνήθως είμαστε αδιάφοροι, γεννιούνται ερωτήσεις, πόνοι και αυτή η έντονη αίσθηση ότι θέλεις να πεις κάτι που να προκαλέσει συζητήση. Το «Alias Maria» είναι μια ταινία που γεννήθηκε ως μυθοπλασία, μέσα από συνεντεύξεις με πραγματικά μέλη της αντίστασης άγγιξε την πραγματικότητα και επέστρεψε ξανά στη μυθοπλασία.

Πόσο δύσκολο ήταν να ζήσετε το ταξίδι της ηρωίδας σας, με γυρίσματα σε πραγματικές τοποθεσίες και βαθιά μέσα στην αφιλόξενη κολομβιανή ζούγκλα;

Η Μαρία αντιπροσωπεύει το σύνολο των κοριτσιών που γνωρίσαμε. Είναι ένα 13χρονο παιδί. Μια γυναίκα ερωτευμένη. Μια γυναίκα – πολεμιστής. Και κρατάει ένα μυστικό: είναι έγκυος και αυτή η δύναμη την κάνει ηρωίδα. Στους χτύπους της καρδιάς της και στο βλέμμα της βλέπουμε τα βάσανα ενός 60χρονου πολέμου. Η ζούγκλα είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της ταινίας: τα κουνούπια, οι διαδρομές με τα άλογα ή το κανό, η υγρασία που είναι τόσο άβολη για εμάς που ζούμε στην πόλη. Ολα αυτά τα στοιχεία ήταν σύμμαχοι για το οπτικό μέρος της ταινίας γιατί ξεκινήσαμε σαν ομάδα – γκερίλα, οι ηθοποιοί και το συνεργείο έπρεπε να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα.

Πώς επιλέξατε την πρωταγωνίστριά σας;

Ξεραμε ότι δεν θα μπορούσαμε να βρούμε μια 13χρονη επαγγελματία ηθοποιό, οπότε είδαμε περίπου 1200 παιδιά και αρχίσαμε να αποκλείουμε, μέχρι που καταλήξαμε σε 20 κορίτσια. Μαζί τους εκινήσαμε εργαστήρια υποκριτικής και στη συνέχεια τραβήξαμε μερικές σκηνές και ψεύτικες συνεντεύξεις. Εκεί η Κάρεν άρχισε να ξεχωρίζει και εμείς γίναμε μάρτυρες της δύναμής της, της ειλικρίνειας του παιξίματός της, του τρόπου με τον οποίο άκουγε και μετέδιδε όσα άκουγε. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, το βλέμμα της Κάρεν είναι αυτή η έκφραση που εκφράζει τα πάντα, αλλά κυρίως το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο: το μέλλον. Στα μάτια της μπορεί κανείς να δει το μέλλον.

To «Alias Maria» είναι ταυτόχρονα μια πολιτική και προσωπική ταινία. Ποιος είναι ο δικός σας ορισμός για την «πολιτική» ταινία;

Οταν ασχολείσαι με αυτό το θέμα πρέπει να είσαι πολιτικός. Είναι μια πολύ ειλικρινής ταινία. Περισσότερο από το να εκθέσει τα προβλήματα που προκαλεί ο πόλεμος, θέλει να δείξει το ίχνος που αφήνει, ειπωμένο από την οπτική γωνία ενός κοριτσιού. Θέλαμε να δείξουμε μια οικεία ιστορία χωρίς ιδεολογικές ή πολιτικές προτιμήσεις. Αυτή η χώρα πρέπει κάποια στιγμή να μιλήσει, να εξωτερικεύσει 50 χρόνια πολέμου και η τέχνη είναι ο πιο καθαρός τρόπος για να το κάνει. Νομίζω ότι οφείλουμε να λέμε τις ιστορίες μας με σκοπό να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Βλέποντάς το από αυτήν την οπτική, νομίζω πως το σινεμά είναι πολιτικό από τη φύση του, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Εχετε αφιερώσει την ταινία στις θαρραλές γυναίκες που αγωνίζονται για να αλλάξουν τον κόσμο. Πιστεύετε ότι το σινεμά μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Δε νομίζω ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά πιστεύω ότι είναι μια πρόσκληση για να δούμε την αντανάκλαση μας, να ονειρευτούμε, να επανεφεύρουμε τους εαυτούς μας.

Πηγή