Ο πόνος μεγαλώνει όσο λιγοστεύουν οι ψυχές στην ερημιά του Ρουμπάδου, στο δυτικό Ρέθυμνο, μιας στενάχωρης φωλιάς…
μετρημένων έξι ανθρώπων, ίσως και εφτά! Ποιος το ξέρει εκεί ψηλά που έχει… σκαρφαλώσει και ο λόφος της «Ασπροκεφάλας» έχει γενναίο… γείτονα τον «Κρυονερίτη» του Ροδάκινου; Μόνο ο Θεός, η μοναξιά και οι αετοί με τα αγριοπούλια που γυροφέρνουν από τις αγριάδες για μια γρήγορη… βεγγέρα στον κόσμο των μετρημένων ακοίμητων φρουρών! Μα και αυτά δεν κάθονται πολύ, δεν βλέπουν… φως στα πετάγματά τους, σηκώνουν πάλι τις φτερούγες και γυρίζουν στους τόπους τους…

Από όλους έμεινε… ριζωμένος βαθιά στη γη του, ακλόνητος και ανεμοδαρμένος βράχος, ο Στάθης Γαλεράκης που εκεί «φύτεψαν» με τη γυναίκα του Χαρούλα Μαρουλοσηφάκη τα τέσσερα παιδιά τους από το 1980 μέχρι το 1990, και από τότε η απόλυτη σιωπή και ούτε κλάμα μωρού, ούτε φωνή παιδιού! Όμως, στη γη της ερημιάς και της αφωνίας, περιφέρουν ακόμα την ύπαρξή τους ο αδελφός του Μανώλης, ο γιός του Γιάννης που η ανεργία μετά τις σπουδές του στο Ηράκλειο τον έστειλαν πίσω και του έβαλαν το πτυχίο στην… κορνίζα και ακόμα δυο γριούλες η Παγώνα και η Αγγελική Καλλιτσουνάκη…

ΑΠΝΟΙΑ ΠΑΝΤΟΥ

«Βαδίζουμε στο μηδέν και αν πέσω έξω δεν με βλέπει άνθρωπος», δίνει το στίγμα της ζωής του στο άδειο Ρουμπάδο ο κ. Γαλεράκης, που με την πόρτα του σπιτιού του ανοίγει διάπλατα και την πόρτα της ψυχής του! Κάθε κουβέντα και ένας φιλόξενος σφυγμός της καρδιάς του! Και δεν αρκεί ο αργός θάνατος της άλλοτε, πριν σαράντα πέντε χρόνια, ζωντανής κοινωνίας των σαράντα ανθρώπων, αλλά σφίγγει ετσιθελικά τα τελευταία έξι μνημονιακά χρόνια και η… θηλιά της επιβίωσης. «Γιατί», συμπληρώνει, «δεν μπορείς να πουλήσεις τα πρόβατά σου κι αν τα πουλήσεις πρέπει να βαστάς το τουφέκι για να πάρεις τα λεφτά σου…»

Άπνοια και πλήξη παντού, και στην πλατεία και στα σπίτια, από τότε που άρχισε ο… κατήφορος που δεν έχει σταματημό! «Είναι λυπηρό να ζεις σε ένα άδειο χωριό», βγάζει το συναίσθημά του, που δεν κυκλοφορούν παρά τα πετούμενα, οι αετοί και άλλα αρπακτικά του ουρανού. Τα σπίτια είναι δώδεκα και στην εκκλησία του προστάτη τροπαιοφόρου Αγίου Γεωργίου θα ακουστούν ψαλμωδίες μόνο «στις κηδείες στα μνημόσυνα και στις γιορτές των Λαμπροχριστουγέννων».

Το τελευταίο μυστήριο γάμου έγινε στο εκκλησάκι στις αρχές του 2000 και πριν τρία χρόνια, μετά από δεκαετίες, βάφτιση που «η χωριανή μας Ελένη Καλλιτσουνάκη βάφτισε το παιδί της και γύρισε στο χωριό που εγκαταστάθηκε νύφη». Η ελπίδα να βάλει το… χέρι του ο άγιος και να γίνει το θαύμα επιστροφής, το ξέρουν οι μετρημένοι εναπομείναντες, έχει σβήσει και ο πληθυσμιακός μαρασμός που έχει επέλθει από πολλούς χρόνους είναι αδύνατο να γυρίσει τα πράγματα ανάποδα…

ΠΡΙΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ…
Πριν πέντε χρόνια, εδώ στην αγριάδα, το τοπίο ήταν διαφορετικό και τέσσερις ή και πέντε άνθρωποι παρουσιάζονταν στην πλατεία! Η γερόντισσα Μυρσίνη Γαλεράκη που την καθημερινότητά της την έκανε… ψαλμωδίες, και στήριζε την περπατησιά της σε δυο μπαστούνες, έβγαζε τα πολύχρονα βάσανα της με αναστεναγμό γιατί, εξομολογούνταν, «ζήσαμε σε μαρτυρικούς τόπους παιδί μου σε μαύρες και άραχνες εποχές».

Και η ηρωίδα της ζωής Πόπη  Σουχλάκη, με τις πολλές και δύσκολες ενασχολήσεις, που η μοίρα την «πέταξε» στο Ρουμπάδο, είχε «γεμάτη μέρα» αλλά ένιωθε τη μοναξιά γιατί της έλειπαν «μόνο τα παιδιά μας και η παρέα». Αλλά την συνήθισε και αυτή και δεν διαμαρτύρονταν…

Αλλά και η καλοσυνάτη και πρόσχαρη Ιουλία Καλλιτσουνάκη άφησε το Ρουμπάδο και μετεγκαταστάθηκε κοντά στην κόρη της στην πόλη του Ρεθύμνου, γιατί οι βιολογικές της αντοχές αδυνάτισαν.

Πριν πέντε χρόνια ράβδιζαν την καρυδιά στην πλατεία η Ιουλία Καλλιτσουνάκη και η Πόπη Σουχλάκη. Τώρα…

Από τον Οκτώβριο του 2011 ένιωθε τους πόνους της δουλειάς και έλεγε: « Μας θρέφει ο καθαρός αέρας στο χωριό αλλά πονούνε τα χέρια μου και μου λέει η γιάτρενα που ‘ρχεται, πως έχω βαριάς μορφής αρθρίτιδα. Περνούνε και τα χρόνια…»

Μα και αυτό το μεσημέρι στο χωριουδάκι των αετών, η ψυχή σου πονάει και υποφέρει!

Όμως, η Ιουλία έλεγε από τότε, πως «άμα έχεις ένα καλό σύντροφο να ζεις, και εκεί στην κορυφή είναι καλά». Αλλά οι αναπνοές κάθε χρόνο και λιγοστεύουν και δεν έρχονται νέες γιατί «ούλοι που θα κάτσουν δεν καλομοιριάζουν!»

Γι’ αυτό και «φτερούγισαν» σε άλλους τόπους και κάνουν τις δικές τους… φωλιές και τους δικούς του γόνους. Οι λίγες στάλες ζωής έγιναν στίχοι της μοναξιάς και έγιναν τραγούδι!

Πριν λίγα χρόνια… έπαιζε τους ψαλμούς σαν τραγούδι η Μυρσίνη Γαλεράκη. «Έφυγε» πλήρης ημερών.

Πηγή