Γράφει ο Σπύρος Ριζόπουλος
“Γιατί η Ελλάδα είναι η παιδεία, η… γλώσσα, ο τόπος, το τοπίο, ταμνημεία.”. Με αυτή τη φράση είχε σχολιάσει την μετακίνησή του από το Υπουργείο Χωροταξίας στο Υπουργείο Παιδείας ο αείμνηστοςΑντώνης Τρίτσης. Και τότε είχαν ξαφνιαστεί πολύ όταν άκουγαν τον ριζοσπάστη σοσιαλιστή να μιλάει για την ελληνική γλώσσα και την ελληνική παιδεία. Αλλά ο Τρίτσης δεν βολευόταν εύκολα σε ταμπέλες απλουστεύσεων. Και μπορεί να θυσιάστηκε αργότερα για τις πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής του Ανδρέα, αλλά ήταν ο πρώτος υπουργός που καθιέρωσε τον εθνικό διάλογο για την παιδεία, αναγορεύοντας έτσι την εκπαίδευση σε εθνικό θέμα που δεν επιδέχεται κομματικών ή ταξικών προσεγγίσεων.

Τα γράφω αυτά ως συνέχεια του άρθρου μου για τις ευθύνες των πολιτικών δυνάμεων μπροστά στις ανατροπές που φέρνει ο Φίλης στην ιδιωτική εκπαίδευση και όχι μόνο. Δυστυχώς η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο συγκεκριμένο τομέα είναι πλήρως αποτυχημένη και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Το «ταξίδι» του ΣΥΡΙΖΑ από το 3 στο 33% εν πολλοίς είχε να κάνει με την απόλυτα μηδενιστική και αλλοπρόσαλλη πολιτική του στο χώρο της εκπαίδευσης. Μια πολιτική η οποία ενώ κατ’ όνομα αναφερόταν στην ελευθερία, η οποία πράγματι πρέπει να αποτελεί αντικείμενο της εκπαίδευσης, κατέληγε στη υποστήριξη της ασυδοσίας. Διότι η ελευθερία θέλει και ευθύνη. Αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ αγκάλιασε και υποστήριξε κάθε ανεύθυνο στοιχείο μέσα στο χώρο της εκπαίδευσης και η πρότασή του συμπυκνωνόταν στο «όχι σε όλα», «κατάληψη» και «χαβαλές».

Μοιραία λοιπόν ο σημερινός υπουργός Παιδείας λέει και κάνει πράγματα που αντίκειται στην κοινή λογική, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα θέσεις που απέχουν έτη φωτός από την αντίληψη πως η παιδεία είναι εθνικό ζήτημα. Ίσως γιατί η ίδια η έννοια του έθνους προκαλεί αλλεργία στον υπουργό. Πολύ δε περισσότερο ενός έθνους με ιστορική συνέχεια μέσα στο χρόνο, την οποία οφείλει να καθιστά κτήμα των σημερινών γενιών.

Το ερώτημα είναι οι υπόλοιποι τι κάνουν; Τι κάνει η ΝΔ; Τι το ΠΑΣΟΚ; Είναι τα δύο κυβερνητικά κόμματα που παρά τις μεγάλες τους ευθύνες προσπάθησαν ειδικά τα τελευταία χρόνια να ανοίξουν δρόμους στην παιδεία ώστε να την καταστήσουν σύγχρονη και αποδοτική, χωρίς να χάνει το εθνικό χρώμα της. Και ειλικρινά μου προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να «ξηλώσει» ό,τι σωστό και θετικό θεσπίστηκε τα προηγούμενα χρόνια για την αναβάθμιση της ελληνικής παιδείας, οι ίδιοι οι πρώην υπουργοί δεν βγαίνουν να υπερασπιστούν το έργο τους. Γιατί δεν μιλάει η Άννα Διαμαντοπούλου; Γιατί δεν μιλάει ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος; Θα έλεγα ακόμη γιατί δεν μιλάει και το ΚΚΕ. Διότι αν μη τι άλλο το ΚΚΕ είχε σαν σύνθημα «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα» και όχι «πρώτοι στην κατάληψη να μείνουμε ντουβάρια» όπως δυστυχώς υποστήριξε τα χρόνια της αντιπολιτευτικής εξαλλοσύνης του ο ΣΥΡΙΖΑ και φαίνεται πως δυστυχώς δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτά τα σύνδρομα της «παιδικής ηλικίας» του κι αυτό θα το πληρώσουν οι νέες γενιές.

Το τι είναι συντηρητικό και τι προοδευτικό, στην Ελλάδα υπήρξε πάντα ένα δημαγωγικό παιχνίδι. Αλλά η αλήθεια είναι αυτή. Πρόοδο μπορούμε να έχουμε όταν οι νέες γενιές μορφώνονται και όχι όταν πηγαίνουν σχολείο ή πανεπιστήμιο γα να καλαμπουρίσουν. Κι αυτός ο ορισμός της προόδου από την ίδια την κοινή λογική δεν επιδέχεται ιδεολογική μεταχείριση. Προσωπικότητες του μεγέθους του Αντώνη Τρίτση αυτό το κατάλαβαν και το ανέδειξαν με την πολιτική τους, βάζοντας θεμέλια για τη συνέχεια. Παρά ταύτα, αυτή την πολιτική κληρονομιά ΠΑΣΟΚ και ΝΔ διστάζουν να την τιμήσουν έμπρακτα και με την αποφασιστικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις και περιορίζονται σε χλιαρά σχόλια και δελτία τύπου των τομεαρχών τους.

Την πολιτική σε ένα κόμμα την ορίζει ο αρχηγός. Αυτός παίρνει πάνω του τα μεγάλα και τα σημαντικά για να ορίσει την ατζέντα του. Είναι λυπηρό πως στην ατζέντα της αντιπολίτευσης, μείζονος κι ελάσσονος, απουσιάζει τόσο προκλητικά η παιδεία, τη στιγμή ακριβώς που ο Φίλης αλωνίζει.

Ε, ρε και να υπήρχε ένας Αντώνης Τρίτσης σήμερα…