Την ονόμασαν «Γρε Βρύση», τη μνημειακή πηγή ζωής στη Νίθαυρη της Αμπαδιάς στο Αμάρι αλλά, παρά τα… πολλά της χρόνια, αποτελεί και σήμερα τον χώρο στη μεγάλη πλατεία, που… ξεδίψασε και κράτησε χιλιάδες βιώματα των γενεών! Είναι το αξιοθέατο στο ιστορικό χωριό των αγώνων και της αντίστασης για τη λευτεριά, κοντά στην έξοδο προς τον χρυσοφόρο κάμπο της Μεσαράς, που διατηρήθηκε και παρέχει απλόχερα το βασικό συστατικό επιβίωσης και ύπαρξης των ανθρώπων.

Ευτυχώς, δεν την άφησαν να καταρρεύσει, ίσως γιατί και ο μεγάλος βράχος που βγάζει από τα… σπλάχνα του το νερό, κινητοποίησε τις… δυνάμεις του και τις διοχέτευσε στις εγχώριες γενιές που ευαισθητοποιήθηκαν, και βάσταξαν τα αλησμόνητα παρελθόντα της πορείας τους στη βρυσομάνα. Όπως συνέβη, με τον 75χρονο Μανώλη Αντωνάκη τον μετανάστη των 42 χρόνων στα εργοστάσια του Μονάχου και του Αννόβερου, που έχει σταθερό στοιχείο της θύμησής του την εικόνα που «Γερμανός βαθμοφόρος στα χρόνια της κατοχής, με σήκωσε, παιδάκι εγώ 4 χρονών, επειδή δεν έφτανα, και ήπια νερό και ξεδίψασα…»

Ο Μανώλης Αντωνάκης στη βρύση του χωριού του σήμερα. Ως παιδί έχει αναμνήσεις από το χώρο

ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ 1800;

Οι παλαιοί κάτοικοι της Νίθαυρης έχουν πληροφορίες ότι «η βρύση χρονολογείται στα 1800», όμως, σε ένα μαρμάρινο πλαίσιο αναφέρεται ότι η κατασκευή της πραγματοποιηήθηκε «δαπάνη των εν Αμερική ομοχωρίων και την προσωπική εργασία των κατοίκων, έτος 1920». Τους μήνες του χειμώνα, πάντως, παρατηρούν οι κάτοικοι, οι ποσότητες του νερού που φτάνουν , το πλέον πιθανόν από πηγές του Ψηλορείτη,«είναι μεγαλύτερες, ίσως λόγω του χονιού και των πολλών βροχοπτώσεων και το καλοκαίρι το νερό, άριστης ποιότητας και χωρίς καμιά επεξεργασία, είναι τι μισό».

«Είναι ευχάριστες και νοσταλγικές οι αναμνήσεις που έχω από τη «Γρε Βρύση», λέει ο κ. Αντωνάκης. «Το μυαλό μου γυρίζει στα παιχνίδια μας ως παιδιά στη βρύση και όλα μεγαλύτερα και μικρότερά μου μαζευόμαστε, παίζαμε και περνούσε η ώρα μας. Και πού αλλού να πάμε και τι άλλο να κάνουμε για να περάσει ο χρόνος μας; Μα τότε υπήρχαν πολλά παιδιά στο χωριό μας και μόνο στο σχολειό φοιτούσαμε 180 μαθητές, θυμούμαι! Έκαναν πολλά παιδιά εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι και ένας χωριανός μας, ο Αντώνης ο Φουντουλάκης είχε 8 παιδιά. Η μάνα μου η Αργυρώ, έκανε 10 και της έζησαν τα 7 και η γιαγιά μου 11 και ζήσανε τα 8…»

Στην αυλή του καφενείου της πλατείας του χωριού, ο Γιάννης Φουντουλάκης, ο Σηφογιάννης γνωστότερος, η Χαρίκλεια Τζωρτζάκη-Αντωνάκη, ο Μανώλης Αντωνάκης και ο παπά Νικόλας Λαντζουράκης

ΓΗΡΑΣΚΕΙ ΚΑΙ ΔΙΔΕΙ ΖΩΗ…

Και βέβαια, μέχρι που το νερό… έφτασε στα σπίτια, εκεί και στα πλυσταριά, πλένονταν ο ρουχισμός των οικογενειών και από εκει οι νοικοκυρές με τις στάμνες έφερναν το νερό στις κατοικίες τους. «Χρόνια δύσκολα και φτωχά και τα σπίτια με τις πολλές φωνές αγωνιζόταν κάθε μέρα για να ζήσει», φέρνει στη μνήμη του ο παραδοσιακός καφετζής με τους αμέτρητους καφέδες στους χιλιάδες πελάτες του Πυθαγόρας Κασσωτάκης.

Όμως, η «Γρε Βρύση» της Νίθαυρης, συνεχίζει να… υπάρχει, όπως και πρώτα! Γηράσκει όπως έκανε πάντα στην διαδρομή της ,αλλά μένει αθάνατη και προσφέρει χωρίς καμιά… ανταμοιβή τη ζωή σε όσους σπεύσουν να γευτούν το αγαθό που βγάζει από τις «σχίστρες» της αιώνες…