Κάθε χρόνο, περίπου 43.000 πολίτες του Μπανγκλαντές πεθαίνουν ως… αποτέλεσμα της κατανάλωσης νερού μολυσμένου με αρσενικό, ένας αριθμός που δεν έχει αλλάξει σημαντικά παρά τα μέτρα που λήφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας για τον καθαρισμό του συστήματος υδροδότησης της ασιατικής χώρας.

Η διαφθορά και η αδιαφορία των διεθνών οργανισμών είναι δύο από τους βασικότερους λόγους που 20 εκατομμύρια άνθρωποι στο Μπανγκλαντές εξακολουθούν να πίνουν δηλητηριασμένο νερό, περισσότερο από μία δεκαετία αφότου αποκαλύφθηκε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, αναφέρει μία νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η περιεκτικότητα των υπόγειων υδάτων σε αρσενικό είναι εξαιρετικά υψηλή στο Μπανγκλαντές, όπως συμβαίνει γενικά στη Νότια Ασία. Η δηλητηριώδης αυτή ουσία μπορεί να προκαλέσει καρκίνο στο δέρμα, το ήπαρ και τους πνεύμονες καθώς και σοβαρές παθήσεις στην καρδιά.

Το πρόβλημα αυτό δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την ποιότητα του νερού στις μεγάλες πόλεις της χώρας, όπου το νερό περνάει από ειδικά φίλτρα πριν από την κατανάλωση. Στις αγροτικές όμως περιοχές της φτωχής χώρας, ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού εξακολουθεί να πίνει νερό από πηγάδια, χωρίς αυτό να έχει υποστεί την ειδική επεξεργασία που το καθιστά ακίνδυνο.

Η συγκεκριμένη υπόθεση με το μολυσμένο νερό της χώρας είχε γίνει ευρέως γνωστή τη δεκαετία του ’90, έχοντας μάλιστα χαρακτηριστεί από τον ΟΗΕ ως «ο μαζικότερος δηλητηριασμός πληθυσμού στην ιστορία».

Σύμφωνα με την κυβέρνηση του Μπανγκλαντές, 5 εκατομμύρια πηγάδια σε χωριά ελέγχθηκαν το διάστημα 2000-2003 και βάφτηκαν «πράσινα» ή «κόκκινα» ανάλογα με το αν ήταν ασφαλή ή όχι. Το 2003 περίπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι έπιναν νερό με αρσενικό, ένας αριθμός που – με βάση πρόσφατες έρευνες – δεν έχει αλλάξει καθόλου πάνω από μια δεκαετία αργότερα.

Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κάποιοι πολιτικοί δωρίζουν ασφαλή πηγάδια στους συμμάχους και υποστηρικτές τους, αντί να τα δημιουργούν σε φτωχές αγροτικές περιοχές όπου ο κόσμος πραγματικά τα χρειάζεται.

Η μόλυνση του νερού με αρσενικό είναι ενδημική στην Ασία, με την Ινδία, την Κίνα, το Βιετναμ και την Καμπότζη να αντιμετωπίζουν το ίδιο σοβαρό πρόβλημα.