Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης 
Η εμμονή της Ευρώπης, και για να συνεννοούμαστε καλύτερα…
της Γερμανίας, ΚΑΙ των ΗΠΑ, το ΔΝΤ να παραμείνει στο πρόγραμμα της Ελλάδας, και φυσικά, να παραμείνει και στην Ευρώπη ως «φορέας τεχνογνωσίας» για ζητήματα της «αρμοδιότητάς» του, ολοένα και περισσότερο πείθει, εν πάση δε περιπτώσει με πείθει, πως εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό ζήτημα εμπλοκής ενός δανειστή και της τεχνογνωσίας του να εισπράττει τα χρήματα πίσω για λογαριασμό του ίδιου αλλά και άλλων δανειστών οι οποίοι πρόθυμα συντάσσονται ή θα συντάσσονταν πίσω στου, αλλά, ούτε επίσης ότι έχουμε να κάνουμε με μια «εμμονή» του Βερολίνου να εμπλέξει κατά τρόπο «παράλογο» για το κύρος της ίδιας της Ευρώπης το ΔΝΤ στα του οίκου της, αλλά, μιας και αυτές οι αιτιάσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν με βάση την «μικρή» εικόνα της Ευρώπης των γερμανικών εμμονών, είναι ανάγκη να διευρύνουμε αυτή την «μικρή» εικόνα και να την επεκτείνουμε πέρα από τα ευρωπαϊκά σύνορα, μέχρι την «έδρα» του ΔΝΤ, που αποτελεί το «μήλο της έριδος» σε ό,τι αφορά την εμπλοκή και τη χρησιμότητά του ή όχι στα ευρωπαϊκά πράγματα.

Χωρίς λοιπόν περιστροφές, το ερώτημα που τίθεται, τουλάχιστον στον δικό μου προβληματισμό, είναι τούτο : μήπως βρισκόμαστε μπρος σε μια αργή μεν αλλά σταθερή διαδικασία εμπλοκής (και άρα «προαγωγής» από άποψη αρμοδιοτήτων και υπευθυνοτήτων) του ΔΝΤ σε ζητήματα ευρύτερα γεωστρατηγικά ενδιαφέροντα του ΚΥΡΙΟΥ «αφεντικού» του, και σε κάθε περίπτωση της χώρας στην οποία εξυφαίνεται ο ιδεολογικός του πυρήνας και σχεδιάζονται οι παγκόσμιες δραστηριότητές του, των ΗΠΑ, και από την άποψη αυτή, δεν αποτελεί παρά τον «λαγό» αυτής της υπερδύναμης;

Η αρχική υπόθεση της έλευσης και εμπλοκής του ΔΝΤ στον «ιερό» χώρο της Ευρωζώνης, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, και μάλιστα, το γεγονός ότι προκειμένου να επιτραπεί αυτή η εμπλοκή του, δεν δίστασε να παρακάμψει καταστατικές δεσμεύσεις του ίδιου του Ταμείου, αναφορικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και μάλιστα, να επινοήσει ακόμα και «λάθος» μελέτες που βάφτιζαν βιώσιμο το ελληνικό χρέος και άρα νόμιμη τη δική του εμπλοκή, ερμηνεύτηκε τουλάχιστον από μένα, (και από άλλους, αλλά μένω στη δική μου ερμηνεία), πως το Ταμείο εδώ, δεν ήρθε μονάχα λόγω του χρέους χώρας μας, αλλά κυρίως, προκειμένου να αποτελέσει το άλλοθι των Ευρωπαίων εταίρων που εμπλέκονταν στο ελληνικό πρόβλημα, (αρχικά ως προστάτες των ιδιωτικών συμφερόντων των χωρών τους που κινδύνευαν να χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια με τις δανειοδοτήσεις τους προς το ελληνικό Κράτος, ακολούθως δε, των δανειστών-Κρατών της Ευρωζώνης, που έσπευσαν να σώσουν τους δικούς του ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας, μεταφέροντας τα βάρη στους ώμους του ελληνικού λαού αφ’ ενός (μέσω των Μνημονίων και του PSI) και των φορολογούμενων των χωρών που μετέχουν στο πρόγραμμα δανειοδότησης της χώρας μας), να προωθήσουν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ το νέο υπερνεοφιλελεύθερο αγοραίο καθεστώς που επιθυμούν ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, το οποίο όμως καθεστώς, έχει ένα βασικό πρόβλημα, που είναι αδύνατο να λυθεί με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κυρίως αυτά που έχουν να κάνουν με το ευρωπαϊκό δημοκρατικό κεκτημένο, που αφορά από το ζήτημα του κοινωνικού Κράτους, ίσαμε ζητήματα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και νομιμότητας του ίδιου του χρέους. Έπρεπε να υπάρξει ένας μη ευρωπαϊκός διεθνής οργανισμός, που θα ήταν δυνατό δια της εμπλοκής του αφενός και της δηλωμένης του άρνησης να αποτελούν τα πάσης φύσεως δημοκρατικά και κοινωνικά κεκτημένα εμπόδια στην αγοραία λειτουργία των χωρών, να αποτελέσει το αναγκαίο άλλοθι των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης ώστε, μα «βαριά»  έστω καρδιά, να αποδέχονταν, ακόμα και καυτηριάζοντας τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, το οποίο όμως, την ίδια στιγμή, μια χαρά θα εξυπηρετούσε και κυρίως κα προωθούσε το υπερνεοφιλελεύθερο αγοραίο μοντέλο που το Βερολίνο εξύφανε για την Νέα Ευρώπη, το οποίο υπό ομαλές δημοκρατικές συνθήκες, θα ήταν αδύνατο να προταθεί δια στόματος ευρωπαϊκής ηγεσίας.

Το ΔΝΤ, λοιπόν, ήρθε για να λειτουργήσει ΚΑΙ ως όργανο ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ επιβολής του κοινού υπερνεοφιλελεύθερου μοντέλου που το ίδιο εδώ και πάνω από μισό αιώνα υπηρετεί και επιβάλλει όπου έχει πάει, καταργώντας κάθε «δημοκρατική» αντίσταση, αλλά και της Νέας Ευρώπης που μας προέκυψε μετά κυρίως τη επανένωση της Γερμανίας, η οποία από τότε σταδιακά, αφήνει παράμερα την «κοινή» της προοπτικής με την υπόλοιπη Ευρώπη, και ολοένα και περισσότερο έντονα και με ολοένα και λιγότερα προσχήματα, άρχισε να θέτει το ΑΜΙΓΩΣ ΕΘΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝ, ως το κυρίαρχο συστατικό του «κοινού» ευρωπαϊκού συμφέροντος : ό,τι είναι καλό για το Βερολίνο, είναι καλό για την Ευρώπη.

Όμως, ακόμα κι έτσι, κάτι λείπει στο πάζλ του ενδιαφέροντος του Βερολίνου για την παραμονή του ΔΝΤ στην Ευρώπη, και στην άρνησή του, ένα πρόβλημα ΚΑΘΑΡΑ ευρωπαϊκό να μην λύνεται εντός της Ευρώπης, μιας Ευρώπης που τουλάχιστον οικονομικά θέλει να εμφανίζεται ως μια παγκόσμια υπερδύναμη, τουλάχιστον στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σε επίπεδο επιμέρους Κρατών, αν σκεφτεί κανείς ότι στους G-8, οι τέσσερις είναι ευρωπαϊκές χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Φυσικά, το να επικαλεστεί κάποιος ότι το ΔΝΤ κατέχει «τεχνογνωσία» άγνωστη στην Ευρώπη, αυτό είναι για γέλια! Πολύ θα ήθελα, αν αυτό λέγεται σοβαρά, ποιες επιστημονικές τεχνικές και μεθόδους χρησιμοποιεί που να είναι άγνωστες σε έναν επιμελή φοιτητή τρίτου ή τέταρτου έτους ενός ελληνικού οικονομικού πανεπιστημίου, και άντε, αν αυτό δεν είναι μπορετό, να πάμε στο επίπεδο ενός μεταπτυχιακού φοιτητή του London School of Economics, ή ενός άλλου ευρωπαϊκού πανεπιστημίου. Χωρίς να έχω την όρεξη δικαίως να λοιδορήσω την τεχνική αναξιοπιστία των «προγραμμάτων» και των «μελετών» του ίδιου του ΔΝΤ στην περίπτωση της Ελλάδας ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, περισσότερο από ό,τι το ίδιο φρόντισε να πλήξει την φήμη του, και για να μην υποτιμούμε την νοημοσύνη όσων διαβάζουν αυτές τις γραμμές, το ΔΝΤ την μόνη «τεχνογνωσία» που διαθέτει, είναι αυτή του «εκτελεστή» των δημοκρατικών θεσμών και των εθνικών οικονομιών των χωρών των οποίων έρχεται αρωγός! Μάλιστα, αυτό είναι αλήθεια, η σωτηρία των «εθνικών οικονομιών» κατά κανόνα επιτυγχάνεται με την ολοσχερή κοινωνική εξαθλίωση και την εξαφάνιση της μικρομεσαίας επιχειρηματικής τάξης, ΜΕ ΣΑΦΗ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΝΑ ΠΕΡΙΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΧΕΡΙΑ, ενώ το Κράτος, καταργώντας και τις πιο στοιχειώδεις κοινωνικές του πρόνοιες, να «εξυγιαίνεται» δημοσιονομικά και η χώρα να μεταβάλλεται σε «επενδυτικό παράδεισο» ο οποίος δεν θα προβάλλει κανένα εμπόδιο στις πλέον ακραίες απαιτήσεις των πλέον ακραίων υπερνεοφιλελεύθερων επενδυτών.

Ποιο είναι λοιπόν το στοιχείο που «μυρίζει» «προαγωγή» του ΔΝΤ σε γεωστρατηγικό παίχτη; Είναι το γεγονός, ότι αυτή η «εμμονή» του Βερολίνου ΚΑΙ των ΗΠΑ για «παραμονή» του ΔΝΤ στην Ευρώπη, βρίσκεται ένα βήμα πριν την ΟΡΓΑΝΙΚΗ ένταξη του ΔΝΤ στις διαδικασίες λήψεις σημαντικών οικονομικών και δημοσιονομικών ζητημάτων των χωρών μελών της Ευρωζώνης, ως άτυπου πλην ουσιαστικού οργάνου, όπως ακριβώς του Eurogroup, το οποίο ΘΕΣΜΙΚΑ είναι τόσο αδύναμο, όσο ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ είναι ΤΟ ΜΟΝΟ ΟΡΓΑΝΟ οικονομικής διοίκησης της Ευρωζώνης!

Και μπαίνει το ερώτημα, πώς αυτό, εντάσσεται στη παγκόσμια γεωστρατηγική.

Κατά την άποψή μου, πολύ απλά, μέσω των παγκόσμιων γεωστρατηγικών σχεδιασμών των ΗΠΑ και του Βερολίνου, που σ’  αυτό το σημείο και επί του παρόντος συμπίπτουν. Είναι π.χ. πολύ γνωστό, πως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν έχει ένα κρίσιμο αλλά και αποδεκτό από πλευράς ΗΠΑ ρόλο στη παγκόσμια γεωστρατηγική σκηνή, αυτός είναι ο ρόλος της γεωστρατηγικής πλατφόρμας των ΗΠΑ σ’ έναν πολύ κρίσιμο χώρο, όπως είναι αυτός που γειτνιάζει με την Ρωσία, την Μέση και Κεντρική Ασία, μα και την Βόρεια Αφρική (όσο κι αν επί του παρόντος, αυτός ο τελευταίος χώρος, δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τους προηγούμενους). Πρόκειται για χώρους, ΠΟΥ ΛΟΓΩ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΤΟΥΣ ΠΟΡΩΝ, προσδίδουν στις ΗΠΑ (και στην Ευρώπη) ένα πολύ ιδιαίτερο και εξαιρετικά κρίσιμο χαρακτήρα.

Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να πει, ότι οι ΗΠΑ ήδη «ελέγχουν» σε αρκετό βαθμό την Ευρώπη συνολικά, μέσω του ΝΑΤΟ, το οποίο αδιαμφισβήτητα τελεί υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των ΗΠΑ. Ελέγχοντας την άμυνα μιας χώρας, ή μιας περιοχής, αναμφίβολα ελέγχεις σε σημαντικό βαθμό και την ίδια τη χώρα ή την περιοχή. Όμως, αν και ένας τέτοιος έλεγχος είναι σημαντικός, εν τούτοις, αν μόνο αυτός ο δεσμός υπάρχει, δεν εξυπηρετείται η επιρροή του Κράτους-Προστάτη σε ένα πιο «ολοκληρωμένο» και σε αρκετές περιπτώσεις, πιο «νομιμοποιημένο» βαθμό. Πρέπει η «ολοκλήρωση» της σχέσης να εκβαθυνθεί και διαπλατυνθεί σε τέτοιο σημείο ώστε να είναι δύσκολο στη συνέχεια κάποιος να ξεμπλέξει το «κουβάρι» αν θα το επιχειρούσε για τον οποιοδήποτε λόγο.

Όμως, ποιος παράγοντας, καλύτερα και περισσότερο από τον οικονομικό, είναι σε θέση να συμβάλλει με τις λιγότερες αντιστάσεις σ’ αυτή την ενίσχυση της επιρροής και του ελέγχου;

Κανείς!

Επί πλέον, ο χρόνος και οι συγκυρίες πάντα έχουν ένα σημαντικό ρόλο να παίξουν στα παγκόσμια γεωστρατηγικά παιχνίδια και τον σχεδιασμό τους. Το «χαρτί» της Ρωσίας δεν της «βγήκε» της Αμερικής. Η Ρωσία, δεν κατέληξε μια δευτεροκλασάτη πρώην Μεγάλη Δύναμη, όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία ή η Γερμανία. Πολύ πιο σύντομα από όσο υπολόγιζαν οι ΗΠΑ, η Ρωσία άρχισε να αποκτά όλο και περισσότερα από τα πρώην αυτοκρατορικά της χαρακτηριστικά, και όλο πιο έντονα διεκδικεί την προς στιγμή αμφισβητηθείσα θέση της ως μιας αξιόλογης παγκόσμιας Δύναμης, αν όχι και την επαναδιεκδίκηση του πρώην ρόλου της ως μια από τις δύο Υπερδυνάμεις του πλανήτη, όσο κι αν η έξοδος της Κίνας από τον απομονωτισμό της δημιουργεί νέα δεδομένα, όπως, π.χ. την προοπτική της τριχοτόμησης της παγκόσμιας Κυριαρχίας, παρόλο ότι και άλλες εν υπνώσει πρώην Μεγάλες Δυνάμεις, όπως π.χ. η Ιαπωνία, μπορεί να διεκδικήσουν μερίδιο από αυτή την κατανομή.

Έτσι λοιπόν, το πράγμα επείγει για τις ΗΠΑ και την Γερμανία, την πλέον πιστή του σύμμαχο στην ηπειρωτική Ευρώπη, (μετά την Βρετανία), η γεωστρατηγική αντίληψη της ενοποιημένης οικονομικά ΚΑΙ στρατιωτικά, ΟΧΙ όμως κατ’ ανάγκην και πολιτικά Ευρώπης, (αυτό το τελευταίο τουλάχιστον όσο ελέγχεται η γερμανικός εθνικισμός, όχι μόνο από την Αμερική μα και από τις ίδιες τις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας που στηρίζουν κα υποθάλπουν τη γεωστρατηγική «ολοκλήρωση» με τις ΗΠΑ), με τον χώρο της Βόρειας Αμερικής, (δηλαδή, κυρίως των ΗΠΑ), μέσω του διπλού οχήματος της αμυντικής ενοποίησης που εκφράζεται με το ΝΑΤΟ και της αγοραίας υπερνεοφιλελεύθερης ενοποίησης του συγκεκριμένου αυτού χώρου, ώστε τα σύνορα του ΝΑΤΟ να συμπέσουν κατά τρόπο «φυσιολογικό» και με τα βορειοατλαντικά αγοραία σύνορα. Αν έτσι εξελιχθούν τα πράγματα, και, επαναλαμβάνω, το εδώ περιγραφόμενο σενάριο ίσως και να μην στερείται κάποιου «ρεαλισμού», τότε, στην ουσία, δύο Δυνάμεις θα μοιραστούν το γέρας της εξέλιξης αυτής : οι ΗΠΑ θα επιβεβαιώσουν την πολιτική και οικονομική τους κυριαρχία, σε όλο το μήκος του Βορειοατλαντικού Τόξου, με το σύνολο των γεωστρατηγικών ωφελειών που ο χώρος αυτός προσφέρει όχι μόνο στη πράξη μα και δυνητικά, ενώ η Γερμανία θα παραμείνει ο αδιαφιλονίκητος Ηγεμόνας της Ευρώπης και Ανθύπατος των ΗΠΑ εντός των ορίων αυτού του γεωστρατηγικού Τόξου.

Συνεπώς, μεταξύ των τριών Αλόγων που σύρουν το πολεμικό άρμα της Υπερνεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης και του ιδεολογικού / ιδεοληπτικού της προπετάσματος καπνού, της Πολυπολιτισμικότητας, δηλαδή, το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου, το Άτι του ΔΝΤ, συγκυριακά τουλάχιστον, προσφέρει περισσότερες δικαιολογίες εμπλοκής του στα ευρωπαϊκά πράγματα, σε σχέση με τα δύο άλλα.

Το «πολυπολιτισμικό» νεοταξίτικο πρόταγμα, δεν προβάλλεται έτσι και ως έτυχε. Αν κανείς ρίξει μια ματιά στη γεωγραφία του Βορειοατλαντικού Τόξου, και ειδικά της ανατολικής του απόληξης που είναι η ευρωπαϊκή ήπειρος, θα διαπιστώσει ότι προς τα ανατολικά συνορεύει με την «αιρετική» χριστιανική ορθόδοξη Ρωσία (παρόλον ότι και εντός της Ευρώπης υπάρχουν τέτοιοι Χριστιανοί «αιρετικοί»), ενώ νότια και νοτιανατολικά υπό μορφή ελλειψοειδούς ημισελήνου, συνορεύει με το ισλαμικό τόξο. Ο νεοταξίτικος «πολυπολιτισμός», θάλεγα ότι στην περίπτωση της Ευρώπης, έχει να κάνει αποκλειστικά με το ισλαμικό τόξο, όχι διότι είναι αυτό που «απειλεί» την «Δυτική» πολιτισμική κουλτούρα και κληρονομιά, έτσι κι αλλιώς το Δυτικό ιδίως πολιτισμικό κεφάλαιο είναι κι αυτό ένα επιπλέον πρόβλημα στην ανεμπόδιστη λειτουργία των νεοφιλελεύθερης αντίληψης Αγορών, διότι σ’ αυτή τη κουλτούρα ενσωματώνονται και οι εντελώς «παρωχημένες» αντιλήψεις αναφορικά με τα δημοκρατικά κεκτημένα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος, αλλά διότι, απλά, είναι αυτό που άμεσα συνορεύει με την Ευρώπη και δεν διαθέτει ισχυρό μουσουλμανικό Κράτος, όπως συμβαίνει με το «σλαβικό» και «ορθόδοξο τόξο», τουλάχιστον αυτό που δεν είναι ενταγμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο οποίο κυριαρχεί η Ρωσία, το οποίο θα ήταν σε θέση να το συσπειρώσει μα και να ελέγχει ή έστω να μπορεί αποτελεσματικά να επηρεάζει τις δράσεις και αντιδράσεις των υπερδραστήριων και ανήσυχων κρατών του τόξου αυτού. Επομένως, μια «διευκόλυνση» εισόδου στην Ευρώπη μεγάλων πληθυσμιακών μαζών από το ισλαμικό τόξο, μπορεί να εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές σκοπιμότητες, όμως, εν προκειμένω, επί του παρόντος, η χρησιμότητά του εστιάζεται στο ότι αυτές οι μάζες είναι φορείς άλλης κουλτούρας, απαλλαγμένης σε μεγάλο βαθμό από τις παραπάνω «αντιπαραγωγικές» και μη «αποδοτικές» δυτικές αγκυλώσεις, και ακόμα σπουδαιότερο, πληθυσμιακές μάζες που θα είναι πρόθυμες να εργαστούν περίπου με αποδοχές και εξίσου σημαντικό με εργασιακές συνθήκες που έπαψαν να ισχύουν για τους Ευρωπαίους εργαζόμενους εδώ και δεκαετίες, είναι φανερό, ότι θα προσγειώσουν τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων εργαζόμενων και θα συμβάλλουν στον «εξορθολογισμό» των αποδοχών και των απαιτήσεών τους.

Να προσθέσω όμως ότι πέρα από τη ρητορεία των πολιτικών ηγεσιών της Ευρώπης, προσωπικά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος αν η γερμανική και αμερικάνικη γεωστρατηγική ελίτ επιθυμούν όντως την ένταξη, πόσο μάλλον την αφομοίωση της ισλαμικής κουλτούρας από την δυτικοευρωπαϊκή. Πιστεύω ακράδαντα ότι ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ θα μπορούσε να επιθυμούν να συμβεί. Αν το παρηκμασμένο δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο με τις δημοκρατικές κοινωνικές και τις περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αγκυλώσεις του όπως και με τους κακομαθημένους στην ευμάρεια λαούς του πρέπει να απαλλαγεί απ’ αυτές τις αγκυλώσεις και καταστάσεις, και να ευθυγραμμιστεί και προσαρμοστεί στη Νέα Αγοραία Τάξη Πραγμάτων, μου φαίνεται ότι αν κάποια κουλτούρα πρέπει να αφομοιωθεί από κάποια άλλη αυτή μάλλον είναι η δυτικοευρωπαϊκή τουλάχιστον σε ό,τι αφορά μικρομεσαία αστική του τάξη, ενώ τμήματα της μεγαλοαστικής τάξης θα βιώσουν κι αυτά την ανασφάλεια της μικροαστικής τάξης όταν θα καταβροχθιστούν από ακόμα μεγαλύτερες αγοραίες μαύρε τρύπες.

Βεβαίως, πράγμα πολύ πιο σημαντικό από όλα τα παραπάνω, είναι και το γεγονός ότι μιλώντας για το «Ισλαμικό Τόξο», δεν πρέπει ούτε στιγμή να μας διαφεύγει ότι δεν μιλάμε για ένα χώρο που έχει μια «ξερή» γεωγραφική έννοια. Στο υπέδαφός του υπάρχουν ανεκτίμητης αξίας ενεργειακά κοιτάσματα, που παρά είναι πολύ για τη Δυτική κουλτούρα της δημοκρατίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Διαφωτισμού και για να είμαστε δίκαιοι όχι μόνο γι αυτή, να αφεθούνε στην ιδιοκτησία των λαών τους. Όμως οι ΗΠΑ βρίσκονται πολύ μακριά ώστε να μπορούν κάθε τόσο να εφευρίσκουν καλούς λόγους εμπλοκής τους στο τόξο αυτό, στο οποίο όμως οι ευρωπαϊκές πρώην Μεγάλες Δυνάμεις, διαθέτουν πλούσια αποικιοκρατική παρουσία, και επομένως, μπορούν να θεωρούν αυτό το χώρο, ως ένα είδος «αυτοδίκαιου» «ζωτικού χώρου» και για τις ίδιες. Αναμφίβολα, οι ΗΠΑ, υπερδύναμη περιορισμένων όπως και να έχει το πράγμα δυνατοτήτων σε ό,τι αφορά την επιδίωξης της παγκόσμιας ηγεμονίας της, η οποία σήμερα δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτή που φαίνονταν πριν είκοσι ή και πριν δέκα χρόνια, έχει την ανάγκη της Ευρώπης, προκειμένου να μην αποκοπεί ή περιορίσει δραματικά τα όποια οφέλη της από τον ενεργειακό πακτωλό που βρίσκεται στο Τόξο αυτό, και ο οποίος πακτωλός, αναμένει τους «σοβαρούς επενδυτές» -και ποιος άραγε αμφιβάλλει ποιοι μπορεί να είναι αυτοί, ή ποιοι δικαιούνται αυτό τον «τίτλο τιμής»- να τον αξιοποιήσουν.

Έτσι, το ΔΝΤ, «στρώνει» το έδαφος με τον κατάλληλο «σπόρο», ώστε η Ευρώπη να «εξαμερικανισθεί» ακόμα περισσότερο σε ό,τι αφορά τις Αγοράς και να αποδεσμευθεί από τα «κοινωνικά δεσμά» του παρελθόντος, που «διαστρέβλωναν» στην «ελευθερία» των «αγορών», και εν πάση περιπτώσει, ευνοούσαν την εγκαθίδρυση ενός «μη γνήσιου» καπιταλισμού, σαν αυτόν που ισχύει π.χ. στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα, ακόμα και η ευρωπαϊκού τύπου «Δημοκρατία», έπρεπε, πρέπει δηλαδή, κι αυτή να «προσαρμοστεί» ώστε ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, να γίνει «πιο κανονικός». Μάλιστα εδώ, ας μου συγχωρεθεί να ισχυριστώ, πως αυτό που εγώ κατανοώ ως «αμερικανική» (αναφέρομαι στις ΗΠΑ) αντίληψη των Αγορών και της Δημοκρατίας, δεν είναι τόσο ό,τι ισχύει στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου ακόμα κι εκεί, αυτή η «Δημοκρατία» ενίοτε δημιουργεί προσκόμματα στην (εσωτερική) Αγορά, όσο ό,τι οι ΗΠΑ «εξάγουν» ως αντίληψη στον υπόλοιπο κόσμο, όπου εκεί, και με τη βοήθεια «ανεξάρτητων» διεθνών Οργανισμών, και όπου αυτό δεν φτάνει, τότε και με τη βοήθεια της CIA και άλλων κρατικών οργάνων, με το καλό ή με το (πολύ εν ανάγκη) κακό, επιβάλλουν όχι κάποια «ελευθερία Αγορών», ούτε κάποιον (έστω) υποφερτό «καπιταλισμό», μα επιβάλλουν το πιο άγριο, απάνθρωπο και βάρβαρο πρόσωπο των Αγορών της Ζούγκλας, όπου τα πάντα υπόκεινται στην εξουσία του πιο Ισχυρού, η ύπαρξη και μόνο του οποίου, πρέπει να γίνεται αποδεκτή άνευ αντιρρήσεως, και επομένως,  άνευ αντιρρήσεως πρέπει να γίνεται δεκτή και η κυριαρχία του. Αυτό δεν είναι κάτι το ανάλογο προς μια θεολογική/θρησκευτική προσέγγιση και ερμηνεία των πραγμάτων, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.

Αν λοιπόν, οι παραπάνω σκέψεις έχουν κάποια βάση, τότε, είναι σαφές, ότι η παρουσία του ΔΝΤ στην Ευρώπη, πρέπει να τεθεί σε μια νέα βάση θεώρησης και ερμηνείας του γεγονότος αυτού.

Βεβαίως, την ίδια στιγμή, πρέπει να επισημάνουμε, πως όλα αυτά τα γεωστρατηγικά σενάρια του βαθέματος και πλατέματος προς την κατεύθυνη ενός τύπου οικονομικής βασικώς και πιο χαλαρής, λιγότερο τυπικής αλλά καθόλου λιγότερο ουσιαστικής πολιτικής ολοκλήρωσης» του Βορειοατλαντικού Τόξου, με δίδυμες πρωτεύουσες την Νέα Υόρκη και το Βερολίνο, με αρμοδιότητες που θα συμφωνηθούν, στηρίζονται σε κάποιες θεμελιώδεις υποθέσεις, μια  των οποίων είναι ότι ευρωπαϊκοί λαοί, δεν θα αντιδράσουν κατά τρόπο καταλυτικά αρνητικό σ΄ αυτά και ότι δεν θα εμφανιστούν άξιες λόγου συσπειρώσεις των λαών γύρω από τις εθνικές τους εστίες, σε βαθμό που να απειλήσει την ίδια την ούτως ή άλλως πολιτικά χαλαρή Ευρωπαϊκή Ένωση, αρνούμενοι είτε να αφομοιώσουν στοιχεία άλλης κουλτούρας την οποία θεωρούν ασύμβατη με τα δικά τους πιστεύω, είτε, πολύ περισσότερο, να αφομοιωθούν από εκείνη, και επομένως, το «χαρτί» της πολυπολιτισμικότητας να καεί, καίγοντας και το χαρτί της αγοραίας παγκοσμιοποίησης. Διότι, το ζήτημα «ποιος επιδιώκει να αφομοιώσει ποιον», δεν υφίσταται μονάχα σε σχέση με τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες που εισδύουν στην Ευρώπη, αλλά, αυτός ο «πολυπολιτισμός» και τα σχετικά μ’ αυτόν ζητήματα της αφομοίωσης με άλλους πολιτισμούς ή της ένταξής τους σ’ αυτούς, υπάρχει ως «εσωτερική πολιτισμική τριβή» και εντός της Ευρώπης. Και το πόσο εύκολο είναι να μεταβληθεί αυτή η «εσωτερική τριβή» σε σημείο «ρήξης» και «πολέμου», αυτό το αφήνουμε ως δίδαγμα που αντλείται από την Ιστορία, παγκόσμια και ευρωπαϊκή. Εντός της Ευρώπης, ΕΚΤΟΣ από τις εθνικές κουλτούρες που είναι όσες και τα κράτη – μέλη της, υπάρχουν και ευρύτερες ομαδοποιήσεις, όπως είναι π.χ., το προτεσταντικό τόξο, το οποίο έχει μαζί του την οικονομική και πολιτική ισχύ, αφού σ’ αυτό περιλαμβάνονται οι δύο κύριοι παίκτες του Βορειοατλανικτού τόξου, οι ΗΠΑ και η Γερμανία, και μαζί μ’ αυτούς οι πλέον αναπτυγμένες οικονομικά χώρες της Βόρειας Ευρώπης, το ρωμαιοκαθολικό τόξο και το χριστιανικό ορθόδοξο τόξο, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω ομαδοποιήσεις και αντιδράσεις στην εγκαθίδρυση του Βορειοατλαντικού Τόξου, ή ακόμα και να οδηγηθούμε σε αποσχιστικά κινήματα (π.χ., στη Νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη, με τη Γαλλία πιθανώς κι αυτή να δημιουργεί τη δική της ομαδοποίηση). Όμως, αυτό το «αποσχιστικό σενάριο», αν κανείς το συσχετίσει με όσα κατά καιρούς ακούγονται, κυρίως από χώρες του Προτεσταντικού Τόξου, (με επίκεντρο πάντα το Βερολίνο), περί Ευρώπης των δύο ή και τριών ταχυτήτων, που υποδηλώνουν ότι γι’ αυτές, η απόσχιση χωρών των δύο άλλων τόξων, (φυσικά, όχι όλων αδιακρίτως), πιθανώς να είναι και ευεργετική για «τους υπόλοιπους», θεωρώ ότι ενδέχεται να είναι ένα σενάριο που δεν βρίσκεται στο στάδιο της απλής ρητορικής, αλλά ίσως να είναι σε βάθος επεξεργασμένο στα βορειοατλαντικά «επιτελεία» όπου χαράσσονται οι κεντρικές ευρωπαϊκές στρατηγικές.

Συνεπώς, αυτό το σημείο, του «εσωτερικού κινδύνου», το ενδεχόμενο σε κάποια τμήματα εντός της Ένωσης οι «πολιτισμικές τριβές» να μεταβληθούν σε εστίες ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΩΝ εσωτερικών «πολιτισμικών αντιστάσεων», δεν είναι καθόλου θεωρητικός, αλλά, με βάση τα όσα παραπάνω είπαμε, ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ και καθόλου ανεπιθύμητος.