Ο «λογαριασμός» των περίπου 5,4 δισ. ευρώ ή 3% του ΑΕΠ, που θα προέλθει από την ασφαλιστική μεταρρύθμιση (1%), τις αλλαγές στη φορολόγηση (1%) και από έμμεση…
φορολόγηση (1%), πρόκειται να οριστικοποιηθεί από το οικονομικό επιτελείο έως την Παρασκευή, προκειμένου να «κλειδώσει» κατά την επανέναρξη των διαβουλεύσεων με το κουαρτέτο την προσεχή Δευτέρα.

Το ύψος του λογαριασμού ανακοινώθηκε και επισήμως την Τρίτη από την κυβέρνηση -από την κυβερνητική εκπρόσωπο Όλγα Γεροβασίλη στη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών και στη Βουλή από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Γιώργο Χουλιαράκη.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται ικανοποιημένη, καθώς αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, δηλαδή μέτρα ύψους  4,5% του ΑΕΠ όπως ζητούσε αρχικά το ΔΝΤ, κάτι που θα αντιστοιχούσε συνολικά σε περίπου 9 δισ. ευρώ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εκτιμά ότι υπάρχουν οι βάσεις για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση εντός του χρονοδιαγράμματος που έχει οριστεί, έως το Πάσχα και με κεντρικό ορόσημο το Eurogroup της 22ας Απριλίου.

Εκτιμάται, σύμφωνα με τα Νέα, ότι με τα νέα μέτρα που συζητά η κυβέρνηση με τους δανειστές στο πλαίσιο της αξιολόγησης, τα 6 στα 10 ευρώ του μισθού θα τα τρώνε οι φόροι και οι εισφορές. Ενδεικτικό είναι ότι με βάση τα στοιχεία του 2014 (ΟΟΣΑ), ένας εργαζόμενος με δύο παιδιά πλήρωνε για φόρους και εισφορές το 43,4% του μισθού του.

Για το 2016 οι επιβαρύνσεις από τη φορολογία εισοδήματος αναμένεται να διευρυνθούν περαιτέρω, καθώς σύμφωνα με τα τελευταία σενάρια του υπουργείου Οικονομικών, εισοδήματα πάνω από 9.100 ευρώ θα πληρώσουν περισσότερο φόρο, ενώ πιο βαριά θα είναι και η έκτακτη εισφορά.

Υψηλότερες αναμένεται να είναι και οι ασφαλιστικές εισφορές για τους εργαζομένους, αν περάσει τελικά η κυβερνητική πρόταση για αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για τις επικουρικές συντάξεις. Έτσι, η συνολική επιβάρυνση από εισφορές και φόρους θα αυξηθεί σε επίπεδο που προσεγγίζει το 60% του μισθού, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις.

Όπως είναι γνωστό, η κυβέρνηση μέσω του νέου του ασφαλιστικού νομοσχεδίου επιμένει στην πρόταση για αύξηση των εισφορών κατά μία, ή ακόμη και κατά μισή μονάδα, καθώς διαφορετικά δεν καλύπτεται το έλλειμμα του ΕΤΕΑ (σήμερα 650 εκατ. ευρώ) το οποίο υπολογίζεται ότι θα φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη το διάστημα 2018 – 2024.

Παράλληλα, με το νέο νομοσχέδιο επιβάλλεται εισφορά 20% στο εισόδημα των επαγγελματιών, των επιστημόνων και των αγροτών (από 1.1.2017). Η εισφορά αυτή θα επιβληθεί σταδιακά έως το 2021 για τους αγρότες (με δυνατότητα επιλογής συντελεστή 16% για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες με αντίτιμο, όμως, χαμηλότερη μελλοντική σύνταξη).

Οι επιστήμονες με εισόδημα έως 55.000 ευρώ θα έχουν έκπτωση έως 50%. Στους νέους επιστήμονες θα επιβληθεί συντελεστής 14% για τα πρώτα δύο χρόνια άσκησης του επαγγέλματός τους και 17% για τα τρία επόμενα χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσοστά κρατήσεων αναδεικνύουν ήδη από το 2014 τη χώρα μας σε παγκόσμια πρωταθλήτρια κρατήσεων.

Σύμφωνα με αυτά:

Το υψηλό ποσοστό από τον μισθό εργαζομένου με δύο παιδιά που πάει σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές έφερε και πάλι στο προσκήνιο το θέμα των φορολογικών συντελεστών στη χώρα μας. Η στατιστική του ΟΟΣΑ ανέδειξε την ελληνική παγκόσμια πρωτιά: ο έλληνας εργαζόμενος με δύο παιδιά πληρώνει το 43,4% του μισθού του σε κρατήσεις, ποσοστό που είναι και το υψηλότερο μεταξύ των χωρών του Οργανισμού. Την ώρα, μάλιστα, που η κυβέρνηση συζητάει την αύξηση του ανώτατου συντελεστή, η στατιστική του ΟΟΣΑ αποδεικνύει ότι οι έχοντες τα υψηλότερα εισοδήματα στην Ελλάδα είναι ούτως ή άλλως οι βαρύτερα φορολογούμενοι.

Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι από τις υψηλότερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 9,9% (στοιχεία 2014), με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 16%. Στην κατάταξη των χωρών – μελών καταλαμβάνουμε την 6η υψηλότερη θέση, καθώς μας ξεπερνούν μόνο η Σλοβενία, η Γερμανία, η Ουγγαρία, η Αυστρία και η Πολωνία.

Πηγή