Από το… ντουλάπι του χρόνου της κοινωνίας του Σπηλίου στο Ρέθυμνο, βγαίνει μια βραδινή εικόνα μελών μιας μεγάλης οικογένειας του χωριού που σχεδόν όλοι «έφυγαν» στη διαδρομή της ζωής… Σήμερα οι απόγονοί τους έχουν «σκορπίσει» παντού και… μεγάλωσαν, όμως, η φωτογραφία μένει και δεν έχει φθαρεί από τη λήθη, απλά είναι η… ταυτότητα εκείνων των βασανισμένων γενεών. Η έξοδος των γυναικών, τότε, στην πιάτσα και… επισήμως, απαραιτήτως με τους συζύγους και τα παιδιά, συνήθως, γίνονταν στα χρόνια του μεταπολέμου της δεκαετίας του ’50, τις σκόλες και τις αργίες…

Η οικογενειακή μάζωξη της εικόνας, πάντως, προέρχεται από το αρχείο του Θεόδωρου Θεοδωράκη στο Σπήλι και εικονίζει τους παλαιούς και πολυδουλεμένους κατοίκους που έβγαλαν στο «ντουκιάνι» του χωριού, γυναίκα, αδελφές και φίλους για «να περάσει η ώρα τους μακριά από την καθημερινότητα στο σπίτι και στο χωράφι». Ήταν, λοιπόν, Σάββατο ή Κυριακή μήνα του καλοκαιριού ίσως και πριν εξήντα χρόνια, στην πλατεία του καφενείου του Μαρκογιώργη και την έξοδο στον… κόσμο την ανέμεναν εναγωνίως οι τυραννισμένες γυναίκες από τις αρχές της βδομάδας και μετρούσαν τις… μέρες! Η διασκέδαση… πολυτέλεια και το ρευστό βρίσκονταν με δυσκολία…

ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΓΙΩΡΓΗ

Εμφανίζονται, λοιπόν, στη φωτογραφία από αριστερά ο Θεόδωρος Καπετανάκης ο φαμελίτης που αγωνίζονταν καθημερινά με τη φτώχια στο χωράφι και στο βουνό για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του, ο μεγάλος Μπαΐρας Γιώργης Στρατιδάκης, η Ελένη

Μια από τις αναρίθμητες παρέες του Μαρκογιώργη στο Σπήλι

Καπετανάκη, η Βαγγελιώ Στρατιδάκη, η Τιτίκα Καλογρίδη αδελφή του πρωτομάστορα λυράρη Γιώργου Καλογρίδη, και γειτόνισσα του σπιτιού στην γειτονιά του Αγίου Χαραλάμπους, η Χρυσή Καπετανάκη, η Μαρία Λουκάκη και η Ελευθερία Καπετανάκη…

Αλλά στα στέκια που… μάζευαν τους κατοίκους των… δυτικών προαστίων του χωριού, ήταν και το καφενείο του Γιώργη Μαρκογιαννάκη, του Μαρκογιώργη του αθάνατου, όπως αποκαλούνταν ο… πατριάρχης της μουσικής οικογένειας που και ο ίδιος ήταν ο λαϊκός λυράρης, θεμελιωτής και διασκεδαστής του χωριού, μέχρι το τέλος της ζωής του. Για τις εποχές του, βέβαια, πρωτοτυπούσε και τολμούσε και στις νέες, άγνωστες για εκείνο,… τεχνολογίες και ήταν ο επαγγελματίας που ακολουθούσε τις εξελίξεις των καιρών και συνεχώς εκσυγχρονίζονταν! Ήταν και ο πρώτος που αξιοποίησε την ευρύχωρη αίθουσα του μαγαζιού του σε χειμερινό κινηματογράφο και την πλατεία εξωτερικά, σε χώρο προβολών του θερινού κινηματογράφου, διαθέτοντάς τις σε πλανόδιους κινηματογραφιστές…

ΚΥΝΗΓΙ ΜΕ… ΠΡΟΣΑΝΑΜΜΑΤΑ

Ήταν απίστευτα τα όσα πραγματοποιούνταν χωρίς σχέδιο και διαδραματίζονταν με τους… τζαμπατζήδες, νέας ηλικίας κυρίως και ατίθασους μαθητές, λίγο πριν την έναρξη των προβολών, και αυτά τα γεγονότα «έγραψαν» και έμειναν αξέχαστα, αποτελώντας και σήμερα, συχνά, πρωτόγνωρες και αλησμόνητες ιστορίες. Μάλιστα, θυμούνται… τζαμπατζήδες εκείνων των καιρών, ο επιχειρηματίας για να αποτρέψει την… παράνομη είσοδο, χωρίς εισιτήριο, από την πόρτα της πλατείας στην αίθουσα του χειμερινού σινεμά, τοποθετούσε πάντα… σκοπιά τη σύζυγό του Σοφία, που τις περισσότερες φορές όταν επιχειρούσαν να μπουν γκρεμίζοντας την πόρτα, τους έπαιρνε… κυνήγι με τα ακανθώδη προσανάμματα της ξυλόσομπας, και πότε τα κατάφερνε και πότε όχι, προς μεγάλη της απογοήτευση. Το κέρδος της ήταν ότι τους… στόλιζε καταλλήλως μέσα στις φωνές της και με τα ανάλογα επίθετα!

Και ήταν αναρίθμητες οι βραδινές ιστορίες με τους… λαθραίους νεαρούς, που τις θερινές προβολές τακτικά παρακολουθούσαν… κρεμασμένοι σαν σταφύλια από δέντρα! Και όλα αυτά διαδραματίζονταν στο φτωχό περιβάλλον μιας κοινωνίας, που πλήττονταν από την ανέχεια και η εμφάνιση «του κινηματογραφιστή Αλέκου» κινητοποιούσε τους… διψασμένους σε θέαμα μικρούς και μεγάλους, και όλοι το βράδυ «με πρώτο τον Μακαρίτη τον Λάλαμπο», συνωστίζονταν στην είσοδο για να πληρώσουν εισιτήριο, όσοι μπορούσαν, και να δουν τις… δακρύβρεχτες ταινίες, με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση…

ΑΦΗΣΕ ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ

Όταν πια ο αθάνατος Μαρκογιώργης διέκοψε την φιλοξενία των πλανόδιων κινηματογραφιστών, έγινε ο ίδιος ιδιοκτήτης κινηματογράφου διαθέτοντας τη δική του χειμερινή αίθουσα και την καλοκαιρινή πλατεία, εκεί που τακτικά διοργάνωνε και χοροεσπερίδες έχοντας ο ίδιος και ως λαϊκός λυράρης και ως επιχειρηματίας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στα… κέρδη και τις ζημίες!

Και οι προβολές των φιλμ, συνέχεια, δεν περιορίζονταν μόνο στο χωριό του, αλλά αργότερα όταν απέκτησε και μέσο μεταφοράς, οι ταινίες προβάλλονταν και σε αίθουσες και καφενεία άλλων χωριών, σε μια προσπάθεια «να βγάλει τα έξοδα της ταινίας» που ενοικίαζε από εταιρίες από το Ηράκλειο και να αυξήσει τα κέρδη του όπως έκανε και ως καλλιτέχνης της λύρας σε γιορτές και πανηγύρια που εξ ανάγκης έφθανε με το υποζύγιό του…

Κι όμως, όλη αυτή η πολυποίκιλη δράση του στη γεωργία, στο εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών, συντελούνταν από ένα άνθρωπο της σκληρής γενιάς, που τον… μάλαξε το χώμα του χωριού του, και το ίδιο χώμα τον έθρεψε και τον σκέπασε κλείνοντας τον κύκλο της τυραννισμένης του ζωής… Ωστόσο, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης, ο Μαρκογιώργης της παρέας και του γλεντιού, έμεινε στις μέρες μας για όσους τον έζησαν και τον γλέντησαν, ως ένας αυτοδημιούργητος άνθρωπος που έκανε τα χέρια του ατσάλι στο χωράφι τη μέρα, και τις νύχτες… απαλά χαϊδέματα στις χορδές της λύρας για να βγάζει γλυκόλαλους σκοπούς και να ψυχαγωγεί αυτούς που… ήθελαν μια σταλιά νερό για να ξεδιψάσουν με τα ακούσματα της παραδοσιακής μουσικής από το βάσανο της καθημερινότητας… Ήταν μια μορφή που βιολογικά μπορεί να «έφυγε», όμως μένει πλέον σαν οντότητα που πέρασε, έδωσε και σφράγισε…