Στην προσπάθεια που κάνουμε ώστε να μάθουμε την ιστορία του…
τόπου μας, σας παρουσιάζουμε μέσα από το greveniotis.gr ένα μικρό αφιέρωμα στους τρείς Μακεδονομάχους των Γρεβενών

Μπρούφας Αθανάσιος (1851-1897)

Ο Αθανάσιος Μπρούφας γεννήθηκε στο Στεζάχι (Αηδόνια) Γρεβενών.Θεωρείται ο πρώτος αντάρτης και επίσημος νεκρός του αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Τον μνημονεύουν οι επίσημες εκδόσεις και τον τραγουδεί η Δυτ. Μακεδονία. Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Μαρτυριανός γράφει: «Μόλις ή ολίγον τι προ του 1886 ηκούσθη ότι ο καπετάν Μπρούφας με δράκα ολίγων πιστών, εβροντοφώνησεν εις όλον τον κόσμον δια του ιδίου όπλου, ότι είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και η Ελλάς όλη σύσσωμος έδειξεν οίους εις τα στήθη είχεν πόθους και οία εν τη καρδία έτρεφεν ιδεώδη και όνειρα εθνικά. Ως αλλόφρονες τότε, επανέλαβαν όλοι το όνομα του τολμητίου…»

Το 1895 εισήλθε στη Μακεδονία, αλλά οι Τούρκοι απέστειλαν εναντίον του μεγάλη δύναμη στρατού και τον ανάγκασαν να επανέλθει στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1896 όμως, με προτροπή της Εθνικής Εταιρείας, συγκροτήθηκαν οκτώ ανταρτικά σώματα, αποτελούμενα από πεντακό¬σιους ένοπλους ανάρτες. Από τα οκτώ σώματα το σπουδαιότερο ήταν το σώμα του Μπρούφα. Αποτελούνταν από 86-87 ενόπλους. Αποβιβά¬στηκε την 4η προς 5η Ιουλίου 1986 στο Ελευθεροχώρι Πιερίας και μέσων των Πιερίων ορέων προχώρησε προς το Βέρμιο. Εκεί στη θέση «Καρά Τσάίρ», κοντά στο Ξερολίβαδο, συνεπλάκη με τουρκικό απόσπασμα δυνάμεως 150 ανδρών. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 5 Τούρκοι και αιχμαλωτίστηκαν 18, μεταξύ αυτών κι ένας ανθυπολοχαγός. Η νίκη αυτή προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού σ’ όλη τη Μακεδονία και στην Αθήνα.
Οι Τούρκοι ανησύχησαν κι έστειλαν εναντίον του πολλά ισχυρά αποσπάσματα. Παραλλήλως εξανάγκασαν το πατριαρχείο και τους μητροπολίτες να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις κατά του Μπρούφα Οι Τούρκοι τον έθεσαν εκτός νόμου, με επικήρυξη 2.000 λιρών
Κατά το 1897 το σώμα του Μπρούφα, καταδιωκόμενο συνεχώς υπό των ισχυρών τουρκικών αποσπασμάτων, μπήκε στην περιοχή Μοριχόβου.
Αναγκάστηκε να στραφεί προς Ανατολάς κι έφτασε ως το Δεμίρ σαρ (Σιδηρόκαστρο). Στην περιοχή του Καβαντάρτσι (Τίκβες) περικυκλώθηκε από τουρκικό τάγμα στρατού. Επακολούθησε μάχη, η οποία διάρκεσε 14 ώρες. Κατ’ αυτήν σκοτώθηκαν πάρα πολλοί Τούρκοι, αλλά και το σώμα του Μπρούφα διαλύθηκε. Ο ίδιος τραυματίστηκε στο μη¬ρό, κατόρθωσε όμως να ξεφύγει από τον κλοιό και να κρυφτεί σ’ ένα σπίτι παρακείμενου χωριού. Εκεί κατά μια εκδοχή πέθανε από αιμορ¬ραγία και κατ’ άλλους αυτοκτόνησε με δηλητήριο.
Ο Δημήτριος Γκαβανάς στο βιβλίο του «Ο Μακεδόνικος Αγων» γράφει: «Με την άφιξιν του επισήμου ανταρτικού σώματος εξ Αθηνών, έσπευσαν οι εν Μακεδονία ανεξαρτήτως δρώντες παλαιοί οπλαρχηγοί, εξ ων πολλοί άτακτοι και φυγόδικοι και ανεγνώρισαν τον Μπρούφα γενικόν αρχηγόν, εξουσιοδοτημένον άλλωστε και υπό του κέντρου των Αθηνών. Ούτω ο Μπρούφας είναι ο πρώτος επίσημος αρχηγός οργανωμένου σώματος αγωνιστών, με σφραγίδα, με ταμείον, με γραμματέα, με επιμελητείαν και με αντικειμενικόν σκοπόν την προστασίαν του αλύτρωτου Ελληνισμού από τα νύχια του Τούρκου και Βουλγάρου. Διά τούτο, όταν στο Ξερολίβαδο έπιασε τους Τούρκους αιχμαλώτους τους απέλυσε, αφού τους πήρε τα όπλα και τους εφοδίασε με δεκανίκια.
Εξέδιδε διαταγάς και προκηρύξεις προς τον πληθυσμόν και έγραφε: «Σκοπός της εισβολής μας δεν είναι να πολεμήσουμε τους Τούρκους, αλλά να υπερασπίσουμε τα ελληνικά δικαιώματα μας από τους Βουλγάρους καταχραστάς.
Στο περιοδικό «Ελληνισμός» Αθηνών 1898 γράφει: «Του Μπρούφα η μνήμη δέον να μείνη, εξ ίσου προς τας τόσων άλλων ηρώων της Ελληνικής ελευθερίας, ιερά, ουδ’ είναι δυνατόν να παραβληθή ο ηρωισμός αυτού και των συν αυτώ, προς τας αποτρόπαιους πράξεις των Βουλγάρων ληστών, των οποίων το Επίστομα εγένετο εν Δουσπάτ».
Υπό του Γεωργίου Λυριτζή δόθηκε διάλεξη το 1965, εμβριθέστατη των άθλων του ήρωα πρωτοπόρου Μακεδονομάχου.
Άδοξο λοιπόν το τέλος του γενναίου Μπρούφα, καθώς και η διάλυση του σώματος του, αλλά για κείνη την εποχή, που η δράση των κομι-τατζήδων και των ρουμανιζόντων, ανενόχλητα, είχε κάνει άνω κάτω τη Μακεδονία και καταπίεζε βάρβαρα και βάναυσα τις ψυχές των δύστυχων Ελλήνων, η δράση του ήταν, παρά το άδοξο τέλος της επιχείρησης, μια αύρα, ένα ξεσήκωμα, που συνάρπασε τις ψυχές και τις καρδιές των σκλαβωμένων, που αναπτέρωσε το ηθικό και τις ελπίδες τους.
Να πώς τραγούδησε ο λαός, η λαϊκή μούσα, τον Μπρούφα.
«το λέν’ οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια
το λέει κι ο πετροκότσυφας στ’ αντάρτικα λημέρια
Μπρούφα, Θανάση Μπρούφα.
Οι αντάρτες εσκορπίσανε κι εγίνανε μπουλούκια.
Ο Μπρούφας στο Μορίχοβο, Ζαρκάδας στα Καϊλάρια
κι ο Τάκης ο περήφανος πάνω στο Περιστέρι.
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή κι γράφουν ένα γράμμα.
Τούρκοι καθίστε φρόνημα κάντε ταπεινωμένα.
Δεν είναι ο περσινός καιρός, βουλγάρικο ντουφέκι
εδώ είν’ Ελληνόπουλα κι όλα του 21.
Έχουν τον πόλεμο γιορτή κι το ντουφέκι γλέντι
έχουν στη μέση τους φτερά, στα πόδια τους τσελίκι (ατσάλι).
Οι άλλοι αρχηγοί των σωμάτων Βερβέρης-Λεωνίδας Τσιώρης, Γεωργ. Λεπενιώτης και Γούλας Γκρούντας επέζησαν και κατέβηκαν και πάλι στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος.

Κόκκινος Λουκάς (καπετάν Λουκάς) 1878-1913
Γεννήθηκε στο Μέγαρο Γρεβενών το 1878. Τον πατέρα του τον έλεγαν Γεώργιο, την ιστορία του την αναφέρουμε παραπάνω, γιατί κι αυτός ήταν μακεδονομάχος, και τη μάνα του Μαρία. Ήταν από το Δοτσικό και συγγενής του καπετάν Γκούντα. Γράμματα ο Λουκάς δεν ήξερε καθόλου, ήταν όμως προικισμένος με πολλά χαρίσματα και προπαντός είχε φυσική εξυπνάδα και αντίληψη περί πολέμου. Αγαπούσε τους ανθρώπους, αλλ’ όχι τους πουλημένους στους εχθρούς, που τους μισούσε πάρα πολύ. Ήταν θρησκευόμενος. Στον πόλεμο χρησιμοποιούσε περισσότερο το σπαθί, πα-ράτο όπλο. Και τα δυο τα είχε κλέψει από έναν Τούρκο αγά του Κάστρου, ήταν και φλοροκαπνισμένα (χρυσοκέντητα) και δεν τ’ αποχωρίστηκε, παρά μόνο στο θάνατο του. Το 1896, επειδή τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι, γιατί είχε δείρει Τούρκους φοροεισπράκτορες κι έναν χωροφύλακα, έφυγε και κατατάχτηκε στην ομάδα του Διαμαντή Μάνου με τον οποίο δεν είχε καμιά συγγένεια, γιατί το «Κόκκινος» που χρησιμοποιούσε ο Διαμαντής ήταν «παρατσούκλι» (ψευδώνυμο). Γρήγορα όμως αποχωρίστηκε κι έκανε δική του ομάδα. Συγκέντρωσε γύρω του, στην ομάδα, τα πιο γενναία παλικάρια της περιφέρειας μας. Το 1904, με τους καπεταναίους Παύλο Κύρου, Στέφο, Διαμαντή Μάνο και Γκούμα Αθανάσιο (αγγελιοφόρος) το Μάρτιο, οδήγησαν την ομάδα Παύλου Μελά (Μίκη Ζέζα) στην Κοζάνη, Σιάτιστα και μέσω Βογατσικού στη Β. Μακεδονία.
Το ίδιο έτος έσμιξε την ομάδα του με την ομάδα του καπετάν Μάλιου (Στέφανου Δούκα) από την Κορυτσά. Κι αφού περιόδευσαν την περιοχή Γρεβενών και ιδιαίτερα τα βλαχοχώρια κι οργάνωσαν σ’ αυτά την αντίσταση κατά των ρουμανιζόντων, τράβηξαν μέσω Σαμαρίνας, για τη Β. Μακεδονία. Οι αξιωματικοί Σωτηριάδης και Μαρίνος Λυ-μπερόπουλος με την ομάδα Λουκά, κατ’ εντολή του Μάλιου, έφυγαν για το Μορίχοβο, για να βοηθήσουν τις ομάδες των Ζώη και Φωτιάδη, στον πόλεμο των κομιτατζήδων και Τούρκων.
Όταν επέστρεψε ο Λουκάς από την εκστρατεία στη θέση του, σε συνεργασία με το Μάλιο και το Βέργα (Πέτρο Μάνο) μπήκαν στα χωριά Δαμασκηνιά, Καστανόφυτο και Σκιερό, όπου εξάρθρωσαν τις βουλγαροεξαρχικές επιτροπές προπαγάνδας που είχαν ιδρύσει οι κομιτατζήδες. Ο Λουκάς έλαβε μήνυμα από τον τόπο μας ότι οι ρουμανίζοντες έδειραν το δάσκαλο Κρανιάς Βλαχιώτη Γεωρ., γι’ αυτό έφυγε με την ομάδα εσπευσμένα και παρουσιάστηκε ξαφνικά στην Κρανιά. Εκεί κάλεσε τους κατοίκους της Κρανιάς και τους είπε: «Αυτοί που έκαναν αυτό το κακούργημα, ας μη στηρίζονται και πολύ στην προστασία του Γκιάτα και του Μπεκήρ αγά, γιατί αυτοί είναι μακριά, ενώ εμείς είμαστε εδώ δίπλα σας. Αλλη φορά δεν έχει συγχόρεση».
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1905 μπήκε στη Μακεδονία ο Αντώνιος Βλαχάκης (Νάκης Λίτσας) από το Γύθειο της Λακωνίας, ανθυπολοχαγός του στρατού. Ο Λουκάς τον περίμενε στη Γρηά (Άνοιξη) Γρεβενών και βαδίζοντας, πάντα βόρεια, έφτασαν πάλι στα βλαχοχώρια της Πίνδου και από εκεί στα Καστανοχώρια, χωριά της Καστοριάς και του Βοΐου. Επισκέφτηκαν όλα τα χωριά, για εμψύχωση των κατοίκων.
Σε λίγο κατέφθασαν ο ανθυπολοχαγός πεζικού Πούλος Κων/νος (Πλάτανος) και ο επιλοχίας Σταυρόπουλος Βασίλειος (καπετάν Κόρακας). Αφού ανταμώθηκαν, όλοι μαζί επιτέθηκαν κατά του χωρίου Σταρίτσανη (Λάκκωμα). Οι Πλάτανος και Κόρακας χορίστηκαν από το Νάκη, οι υπόλοιποι επιτέθηκαν την 20ή Δεκεμβρίου και πρώτη Ιανουαρίου 1906 κατά του χωρίου Εζερίτς (Πετροπουλάκη), με αντικειμενικό σκοπό να πιάσουν το Μητροβλάχο, που βρισκόταν εκεί, όμως γλίτωσε χάρη στην επέμβαση τουρκικού αποσπάσματος. Το Εζερίτς όμως καταλήφθηκε και οι βουλγαρίζοντες αναγκάστηκαν, όσοι γλίτωσαν, να φύγουν τρομαγμένοι. Στις μάχες αυτές σκοτώθηκαν 3, τραυματίστηκαν 8 Έλληνες και αρκετοί κομιτατζήδες και Τούρκοι.
Στα μέσα Ιανουαρίου 1906 ο Λίτσας κατέφυγε στην Ελλάδα για να ξεκουραστεί, ενώ ο Λουκάς γύρισε με την ομάδα του στην περιφέρεια μας. Τον Απρίλιο ο Λίτσας επανήλθε, φέρνοντας μαζί του νέους πολεμιστές και μαζί μ’ αυτούς και τον Λεωνίδα Πετροπουλάκη δικηγόρο, που τον όρισε υπαρχηγό. Τώρα το σώμα χωρίστηκε σε πέντε ομάδες με ομαδάρχες οπλαρχηγούς τον Πετροπουλάκη, τον Ευάγγελο Βλάχο, τον Ευάγγελο Μπαραΐκτάρη, τον Ιωάννη Χριστόπουλο και το Λουκά Κόκκινο. Ήρθε μήνυμα από το προξενείο Μοναστηρίου πως οι Μήτρος Βλάχος και Τσακαλάρωφ πρέπει πάση θυσία να εξοντωθούν. Το Μάιο του 1906 τους πληροφόρησαν ότι ο Μήτρος Βλάχος βρισκόταν στην Οσνίτσανη (Καστανόφυτο).
«Συνήλθον εις σύσκεψιν οι οπλαρχηγοί και ο καπετάν Λίτσας, κι αποφασίστηκε ύστερα από πολλές αντιρρήσεις του Λουκά Κόκκινου κι ενός ιερέως, που υποστήριζαν πως είναι αδύνατον ο Μήτρο Βλάχος να είναι στο Καστανόφυτο φανερά, χωρίς να είχε στήσει παγίδα, να επιτεθούν κατά του χωριού. Την 4ην πρωϊνήν της 7ης Μαΐου επετέθησαν κατά του χωριού. Ο Μήτρος Βλάχος δυστυχώς δεν ήτο εκεί. Αντ’ αυτού ήσαν μερικοί κομιτατζήδες της ομάδας του και στα γΰρω υψώματα μια διλοχία τουρκικού στρατού».
Στη μάχη αυτή, μια από τις σπουδαιότερες και φονικότερες του Μακεδόνικου αγώνα, εφονεύθησαν 14 και τραυματίστηκαν 11 Έλληνες πολεμιστές, μεταξύ αυτών ο καπετάν Λίτσας (Αντ. Βλαχάκης) και ο Λεωνίδας Πετροπουλάκης. Τα αποτελέσματα θα ήταν περισσότερο άσχημα για τους δικούς μας, αν ο καπετάν Μπέλος, που βρισκόταν στη Δαμασκηνιά, δεν επενέβαινε με τους 15 άνδρες του, για να σπάσει τον κλοιό των Τούρκων. Ο Λουκάς, ύστερα από το θλιβερό γεγονός, συγκέντρωσε τους εναπομείναντες 70 άνδρες και κατέφυγε κατ’ άλλους στο Ψέλσικο (Κυψέλη), κατ’ άλλους στο Παλιοκρίμηνο, κοντά στον Πεντάλοφο. Εκεί μέσα στο δάσος ξεκουράστηκαν, συνήλθαν και ο Λουκάς, δια του γραμματέως του Δημ. Τζουβάρα, έγραψε το δυσάρεστο γεγονός του θανάτου στην οικογένεια Βλαχάκη και συλλυπητήρια στις οικογένειες των νεκρών.
Αφού ξεκουράστηκαν και συνήλθαν, νύχτα έφυγαν κι έφτασαν στο Πετροπουλάκη (Εζερίτς) κι αμέσως επιτέθηκαν εναντίον του χωριού, που το χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο ο Μήτρο Βλάχος.
Όσοι κομιτατζήδες βρίσκονταν στο χωριό σκοτώθηκαν και το χωριό το τύλιξαν οι φλόγες. Όμως φεύγοντας, πάλι νύχτα, έπεσαν πάνω σε τούρκικη ενέδρα. Τρίτη φονική μάχη μέσα σε 15 μέρες. Σκοτώθηκαν 15 δικοί μας, τραυματίστηκαν 11 και η τουρκική δύναμη διαλύθηκε.
Από εκεί ο Λουκάς με τα υπόλοιπα παλικάρια ήρθε πάλι στην περιφέρεια μας, γιατί ειδοποιήθηκε ότι οι ρουμανίζοντες συνεχίζουν τις απειλές. Όταν έφτασε στο χωριό Πανόραμα Γρεβενών, πληροφορήθηκε ότι μια τουρκική διλοχία, συνοδεύουσα οικογένειες ρου μανό βλάχων, ανέβαινε για τα χωριά Αβδέλλα και Περιβόλι. Τους έστησαν ενέδρα στου «Καραστέργιου» πάνω από το χωριό Λάβδα, τον Ιούνιο του 1906. Η τουρκική διλοχία έφτασε. Επιτέθηκε ξαφνικά εναντίον της. Η διλοχία διαλύθηκε και οι ρουμανίζοντες, όσοι δε σκοτώθηκαν, κατατρομαγμένοι σκορπίστηκαν, για να σωθούν.
Την άλλη μέρα τουρκική δύναμη, εσπευσμένως, έτρεξε για βοήθεια. Ο Λουκάς τους περίμενε 2 χλμ. από το χωριό Ζιάκα, κρυμμένος με την ομάδα του μέσα στο δάσος, προς την πλευρά του Όρλιακα. Οι Τούρκοι δεν το περίμεναν, αιφνιδιάστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν φοβερό γι’ αυτούς. Απ’ τους δικούς μας τραυματίστηκε μόνο ο Ζαρκάδας σοβαρά. Μετά τη μάχη αυτή περιόδευσε όλα τα βλαχοχώρια εμψυχώνοντας τους κατοίκους αυτών. Στο μεταξύ τη 13η Μαΐου 1906 μπήκε στη Μακεδονία ο καπετάν Ζιάκας (Γρηγόριος Φαληρέας), ο Λουκάς όμως δεν πήγε να τον συναντήσει αμέσως, γιατί ήθελε να εκδικηθεί το Εζερίτς και να ταπεινώσει ή μάλλον να κατατρομάξει τους ρουμανίζοντες. Όταν αυτά τα πραγματοποίησε, όπως είδαμε, τότε 25 Ιουνίου 1906 αντάμωσε τον καπετάν Ζιάκα και του παρέδωσε τους άνδρες του αείμνηστου Λίτσα.
Μετά μαζί πήραν με τη σειρά τα χωριά των Γρεβενών και του Βοΐου, όχι μόνο για να εμψυχώσουν τους κατοίκους, αλλά και να διαλύσουν τις ληστοσυμμορίες, οι οποίες καταλήστευαν τα χωριά. Ο σκοπός πέτυχε.
Το χειμώνα του 1906-7 ανταμώθηκαν με τους οπλαρχηγούς Χρήστο Αργυράκο ή Μπαστιά (Κίτσο Μουρίκη) από τη Βλάστη, Ηλία Κούντουρα ή Φαρμάκη, Χρήστο Λειχαδιοάτη, Ηλία Δεληγιάννη και Γιώργο Σούλιο κι όλοι μαζί, με χωριστές ομάδες, επισκέφτηκαν τα χωριά, από 21-3 μέχρι 27-4, Ζευγοστάσι (Δόλιανη), Λαχανόκηπο, Πετροπουλάκη, Καστανόφυτο, Άνω Περιβόλι, Κάτω Περιβόλι, Λακκώματα, Νεστόριο, Τσούκα και Αγ. Άννα και κατόρθωσαν να τα πείσουν να επανέλθουν στο πατριαρχείο και ν’ αρνηθούν τις υπηρεσίες τους προς τους κομιτατζήδες. Οι κάτοικοι των χωριών τους είπαν ότι ποτέ δεν προσχώρησαν στην εξαρχία εθελοντικά, ούτε υποστήριζαν τους κομιτατζήδες, γιατί τους συμπαθούσαν, αλλά από φόβο κι ορκίστηκαν πως δε θα το ξανακάνουν, γιατί είναι Έλληνες, πολλοί μάλιστα οπλίστηκαν κιόλας.
Μετά μπήκαν στα χωριά της Εορδαίας – Καϊλαρίων (Πτολεμάΐδας). Στο δρόμο τους συνάντησαν και τον καπετάν Ζαχαρία Παπαδιά (Φούφα). Στο χωριό Παλαιοχώρι, που ήταν κομιτατζίδικη λυκοφωλιά, συνάντησαν αντίσταση. Διέλυσαν τους κομιτατζήδες και το χωριό ανέπνευσε. Στη μάχη σκοτώθηκε ο καπετάν Φούφας και το χωριό πήρε τ’ όνομα του: Φούφας.
Στις αρχές Ιουνίου του 1907, από διάφορους δρόμους, ο Χρήστος Αργυράκος, ο Ζιάκας και ο Λουκάς, έφτασαν στα μέρη της Καστοριάς. Εκεί ανταμώθηκαν με τους Δημ. Παπαβιέρου (καπετάν Γκούρα) και Ευστάθιο Θειάφη (καπετάν Φλάμπουρα). Συσκέφτηκαν κι αποφάσισαν, κατόπιν προτάσεως του Ζιάκα, να χτυπήσουν το χωριό Κονοπλάτι ή Βουλγαρομπλάτσι, Οξυά σήμερα, που ήταν πατρίδα του φανατικού Βουλγάρου βοεβόδα Κούζου. Πραγματοποίησαν την επίθεση, αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτα, γιατί επενέβησαν αμέσως ισχυρές τουρκικές δυνάμεις κι αναγκάστηκαν ν’ απομακρυνθούν και να συμπτυχθούν «δια μέσω ατραπών και δύσβατων, αλλά αφρούρητων διαβάσεων» τη νύχτα της 13ης Ιουνίου και ξεφεύγοντας να συμπτυχθούν «άνευ ευτυχώς απωλειών» στα υψώματα Σούμπρετς-Βρέμιστα μερικοί κι άλλοι στο Κουρί, μεταξύ Βασιλειάδος-Λεχόβου. Κι εκεί αποφάσισαν να παραμείνουν, ώσπου ν’ απομακρυνθούν τα τουρκικά στρατεύματα
Επειδή δεν ήθελαν να γίνει σε κανέναν γνωστή η εκεί παρουσία τους, δεν ειδοποίησαν την επιτροπή Λεχόβου, ούτε Βασιλειάδας, για την παρουσία τους.
Το πρωί της 14ης Ιουνίου 1907 ένας τουρκικός λόχος, που είχε διανυχτερεύσει στο Λέχοβο, ξεκίνησε να επιστρέψει στη Βασιλειάδα, όπου η έδρα του. Κατά σύμπτωση έπεσε πάνω στα φυλάκια του Χρ. Αργυράκου ή Μπαστιά (Κίτσου Μουρίκη) και παρά την εντολή που είχαν να μην εμπλακούν σε πόλεμο σε καμιά περίπτωση, αυτοί ξαφνιασθέντες από την απρόσμενη παρουσία των Τούρκων, έχασαν την ψυχραιμία τους και πυροβόλησαν. Έτσι η μάχη άρχισε. Αναγκαστικά, αφού δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο ν’ απαγκιστρωθούν, ενεπλάκησαν σ’ αυτήν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, καθώς κι άλλες τουρκικές, που κατέφθασαν από Βασιλειάδα και Κλεισούρα.
Η μάχη υπήρξε από τις σφοδρότερες και πεισματικές συγκρούσεις του αγώνα. Τα ελληνικά σώματα κατάφεραν, ύστερα από σκληρό αγώνα ωρών, ν’ απεγκλωβιστούν και τμηματικά ν’ αποχωρήσουν μ’ αρκετές απώλειες εκατέρωθεν. Σκοτώθηκαν 11 από τους δικούς μας και μεταξύ αυτών ο Χρ. Αργυράκος (Κίτσος Μουρίκης) και τραυματίστηκαν 4, μεταξύ αυτών ο καπετάν Λουκάς Κόκκινος. Η σφαίρα τον χτύπησε στο αριστερό μάτι και βγήκε από πίσω πλάγια, χωρίς ευτυχώς να του βλάψει το μυαλό, αλλά το μάτι το «εξώρυξε». Τον βαριά τραυματισμένο Λουκά τον βρήκαν τα παλικάρια του την επομένη ημιθανή, τον μετέφεραν στο Βογατσικό, στο σπίτι του Ντόγρη. Ειδοποιήθηκε η επιτροπή αγώνα του χωριού του (Μεγάρου) κι έσπευσαν αμέσως ο αδερφός του Βασίλειος, ο ξάδελφος του Αθανάσιος Γκούμας, που βρίσκονταν στο χωριό του, άλλοι συγγενείς και φίλοι απ’ το χωριό του και απ’ άλλα χωριά. Με πολλές προφυλάξεις και μόνο νύχτα έφτασαν έξω από το Τσοτύλι, όπου τον επισκέφτηκε ο γιατρός Κοσμάς Αγακίδης και του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες. Μετά έφτασαν στο Μέγαρο. Κάθισε κάμποσο στην περιοχή Μεγάρου, κρυμμένος στο δάσος «Μπακαρέλα», ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα, γιατί οι Τούρκοι είχαν μάθει ότι ο Λουκάς τραυματίστηκε κι αλώνιζαν τις περιοχές Βοΐου-Γρεβενών για να τον συλλάβουν.
Όταν τα πράγματα ησύχασαν κάπως κι επειδή τον κατέτρωγε ο πυρετός, είχε πάθει και πνευμονία, οι ίδιοι πάλι άνθρωποι τον μετέφεραν στην Καλαμπάκα κι από εκεί στην Αθήνα. Νοσηλεύτηκε 6 μήνες στον Ευαγγελισμό. Είχε προσβληθεί από την επάρατη κι ανθρωποκτόνο, για κείνη την εποχή, φυματίωση.
Ύστερα από ένα χρόνο (1908) γύρισε στο χωριό του, ήταν όμως η σκιά του πρώην αγέρωχου καπετάν Λουκά. Στη συνέχεια κατέβηκε στη Δεριλή (Γόνους) Ελασσόνας, εκεί παντρεύτηκε και με τη γυναίκα του
απεχτησε ένα αγόρι, το Γιώργο, που πέθανε μικρός, και την Ελένη.
Μεγάλωσε η Ελένη, παντρεύτηκε κάποιον Σολωμό από το χωριό Ελάτεια Κοζάνης, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Ιωάννη και το Θανάση, οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό και πέντε κόρες. Το 1910 η ασθένειά του επιδεινώθηκε, γι’ αυτό επέστρεψε στο Μέγαρο, γι’ αλλαγη κλίματος. Το 1911, με την παλιά του ομάδα, σκότωσαν τους δολοφόνους του μητροπολίτη Αιμιλιανού. Το 1912 έλαβε, πάλι με την ομάδα του. μέρος στον πόλεμο και πριν φτάσει ο ελληνικός στρατός στα Γρεβενά απελευθέρωσε τα τουρκοχώρια Κάστρο, Έλατο, Σύδενδρο κι απειλούσε κι αυτά τα Γρεβενά. Ο Λουκάς πέθανε το 1913 το φθινόπωρο. Ευτύχησε να δει την πατρίδα του ελεύθερη και τους αγώνες του δικαιωμένους. Πέθανε στα Γρεβενά, στο σπίτι του υποδηματοποιού Ηλία Τόσκα και η πατρίδα, δια των αρχών της πόλεως Γρεβενών, τίμησε επάξια το νεκρό καπετάν Λούκα Κόκκινο, θάβοντας τον «δημοσία δαπάνη» στο Μητροπολιτικό ναό του Αγ. Γεωργίου Βαροσίου, με μεγάλες τιμές και με τη συμμετοχή
όχι μόνον των αρχών και των κατοίκων της πόλης και των χωριών Γρεβενών, αλλά κι αρκετών από τα χωριά της Καστοριάς, Φλώρινας και Κοζάνης. Οι χωριανοί του τίμησαν την ταφή του μεγάλου καπετάνιου κι ο αδερφός του μετέφερε τα κόκαλα του και τα έθαψε στην πατρική γη, στο χωριό του. Το τραγούδι (δημοτικό) που τραγιουδιέται ακόμα και σήμερα, για καπετάν Λουκά Κόκκινο, είναι:
Ενα πουλάκι λάλησε στουΛέχοβου τη ράχη δεν κεληαδούσε σαν πουλί, ούτε σαν χελιδόνι μον’ κελαηδούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη κουβέντα: Καλά ήσαν’Λούκαμ’, στα βουνά και στα καστανοχώρια -Τι γύρευες, τι χάλευες στου Λέχοβου τη ράχη; – Πάησα για το Μορίχοβο και για την Καρατζόβα
Γιατί με κατηγόρησαν Ζιάκας και Παπαδήμας.
Συχνά στέλνουν τα γράμματα, μέσα στο προξενείο.
Δεν κάν’ ο Λούκας γι’ αρχηγός, ουτέ για καπετάνιος .μόν’ κάν’ οΛούκας για κλεψιά και για παχιά κριάρια».

Μάνος Διαμαντής (καπετάν Κόκκινος) (1864-1908)
Ο Διαμαντής Μάνος καταγόταν από το Σπήλαιο Γρεβενών. Του έδωσαν το παρατσούκλι Κόκκινος, γιατί ήταν ξανθός κοκκινοπρόσωπος και δεν είχε καμιά συγγένεια με το Λουκά Κόκκινο από το Μέγαρο, γιατί το Κόκκινος του Λουκά ήταν επίθετο. Μυήθηκε από νωρίς στο Μακεδονικό αγώνα. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897 και είχε στενή συνεργασία με τη μητρόπολη και τους άλλους επαναστάτες των Γρεβενών. Όταν ο Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας) με τους συνεργάτες του αποφάσισαν να έρθουν στη Μακεδονία για να μελετήσουν την κατάσταση (την πρώτη φορά) ο Διαμαντής Μάνος, ο Λουκάς Κόκκινος και ο καπετάν Στέφος Φλωρινιώτης τους παρέλαβαν στο Ελευθεροχώρι και τους συνόδεψαν ως έξω από τη Σιάτιστα. Εκεί τους παρέδωσαν σε άλλους και οι ίδιοι επέστρεψαν στις έδρες τους.
Μετά από λίγο καιρό έφτασε στην περιοχή Γρεβενών ο αξιωματικός του στρατού (αφού παραιτήθηκε) Πέτρος Μάνος (καπετάν Βέργας). Ο Διαμαντής Μάνος με τα παλικάρια του προσχώρησε στο σώμα αυτού και χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως οδηγός. Λίγο αργότερα ο Βέργας βλέποντας ότι ο Μάνος Διαμαντής ήταν γενναιότατος και πανέξυπνος, τον έκανε μέλος του σώματος του και τον προβίβασε σε ομαδάρχη. Με το σώμα του Βέργα ο Διαμαντής πήρε μέρος σ’ αρκετές μάχες εναντίον των Τούρκων, των κομιτατζήδων και των ρουμανιζόντων Βλάχων. Την άνοιξη του 1906 στον Όρλιακα έστησε ενέδρα σε τουρκικό απόσπασμα, που συνόδευε Ρουμανόβλαχους στα χωριά τους. Το τουρκικό απόσπασμα διαλύθηκε εντελώς και πιάστηκαν αρκετοί αιχμάλωτοι Τούρκοι καθώς και Βλάχοι. Μεταξύ αυτών ήταν και δυο αδέρφια του Γεωργ. Απ. Παπά (Γάκη Τόλη Παπά), ενεργού μέλους του Ρουμανικού κομιτάτου. Επειδή όμως οι ίδιοι δεν είχαν ανάμειξη σ’ αυτό, τους άφησαν ελεύθερους, καθώς και τους αιχμάλωτους Τούρκους. Αναφέρουμε μερικές από τις μάχες στις οποίες πήρε μέρος με το σώμα του καπετάν Βέργα: του Μπάλτινου, Αβδέλλας, Κρανιάς, Περιβολιού και Σμίξης περιοχής Γρεβενών και Βογατσικού, Αυγερινού και Δαμασκηνιάς περιοχής Βοΐου και σ’ άλλες πόλεις στη Β. Μακεδονία. Συνεργαζόταν στενά, πριν προσχωρήσει στο σώμα του καπετάν Βέργα, αλλά και μετά την προσχώρηση με τον καπετάν Γεώργιο Σιαμανίκα από το Περιβόλι, που είχε πάντα έδρα τα βλαχοχώρια.
Σε μια μάχη κατά των Τούρκων τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος, κατ’ άλλους δεν τραυματίστηκε, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τουρκικό απόσπασμα σε μια ενέδρα. Τον οδήγησαν στα Γρεβενά, μετά στα Σέρβια και στη συνέχεια, για περισσότερη ασφάλεια, τον μετέφεραν στις φυλακές Κατίλ χανέ του Μοναστηρίου (Μπιτόλια) μαζί με τους Καμηλάκη, Κρητικό στην καταγωγή, και τον Χρήστου. Εκεί δικάστηκαν και καταδικάστηκαν «εις τον δια αγχόνης» θάνατο και οι τρεις.
Από τις στιχομυθίες μεταξύ των εκεί φυλακισμένων που διεσώθησαν θα αναφέρω μερικές επιλεγμένες…». Οι τρεις καταδικασθέντες στον δι’ αγχόνης θάνατον ήσαν ηρεμότεροι από τους άλλους, που ήσαν καταδικασμένοι σε φυλάκιση. Εφαίνοντο εντελώς αφρόντιδες κι όχι μόνον τούτο, αλλά και τους ενθάρρυναν. Ο Διαμαντής τους έλεγε: Βρε παιδιά εμείς σε λίγο θα σας αφήσουμε γεια για πάντα, και θάχετε ευρυχωρία. Μην είστε λοιπόν ανυπόμονοι. Εγώ δεν είμαι για παρηγοριά, αλλά θέλω να σας πω να κάνετε υπομονή και θα ξαναβγείτε μια μέρα και πάλι στα βουνά. Τον πλησίασε ο Γαλιανός μόλις τον είδε και αφού τον φίλησε του είπε. Και συ καπετάν Διαμαντή, εδώ; Εκείνος του απάντησε: Ήταν γραφτό μου να ρεζιλευθώ, υστέρα από τόσα χρόνια αγώνα καπετά Βαγγέλη. – Τι να γίνει! Ότι θέλει ο Θεός ας γίνει. Τον πλησίασε ο Σεϊμένης, φυλακισμένος καπετάνιος κι αυτός και του είπε Καπετάνιο και συ δείλιασες; Τότε αλίμονο μας! – Όχι, όχι παιδί μου, δεν δείλιασα. Δεν δειλιάζει ο Διαμαντής, αλλά ζηλεύει. Θάταν καλύτερα να πέθαινα σαν τους άλλους πολεμώντας.
Όταν τους οδηγούσαν στην κρεμάλα, ο Διαμαντής είπε στον Καμηλάκη. – Έλα βρε Γιώργο, να φιληθούμε. Μετά ρώτησε το δήμιο. – Είναι έτοιμα βρε όλα; Ναι, όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανέβηκαν μόνοι τους στα σκαμνιά, πέρασαν τη θηλιά στο λαιμό τους μόνοι τους και ζητωκραύγασαν για την Ελλάδα. Η τελευταία τους λέξη ήταν «Χαίρε Ελλάδα».
Απαγχονίστηκαν το 1908. Ο Διαμαντής ήταν τότε 44 ετών.
Η πατρίδα αναγνωρίζοντας τους αγώνες του και τη θυσία του τον α-ναγνώρισε ως ομαδάρχη Μακεδονομάχο, τον παρασημοφόρησε μετά θάνατο και τον ενέγραψε στη λίστα των ηρωικών νεκρών της.
Για την επιβεβαίωση των ανωτέρω, παραθέτω σε αντίγραφο το εις χείρας μου ευρισκόμενο πιστοποιητικό.
Γενικόν Επιτελείον Στρατού αριθμ. πιστοποιητικού 22.
Πιστοποιητικόν Πιστοποιείται ότι ο Μάνος Διαμαντής εκ του χωρίου Σπηλαίου τυγχάνει εγγεγραμμένος εις τους συνταχθέντος πίνακας αγωνιστών Μακεδόνικου αγώνος 1903-1909 και εις την κατηγορίαν των ομαδαρχών υπ. αυξ. αριθ. 10 τιμηθείς διά του Μεταλλείου του αγώνος.
Οι ανωτέρω πίνακες συνετάχθησαν δυνάμει του υπ’ αριθμ. 76/1933 Α.Μ. και εκυρώθησαν διά της υπ’ αριθμ. (αριθμοί δυσανάγνωστοι) 21-12-1936 αποφάσεως του υπουργού Στρατιωτικών δημοσιευθείσης εις το υπ’ αριθμ. 255/29-12-36 ΦΕΚ.
Εν Αθήναις την 26η Απριλίου 1950
Υπογραφές δυσανάγνωστες
Τ.Σ.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΚΑΦΙΚΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΥ